Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

ΕΙΜΑΣΤΕ Ο,ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΜΕ;

ΑΠΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ;;

Αλήθεια, ποιος «κάτω στον Πειραιά στα Καμίνια», τραγουδά σήμερα «στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή»; Ποιοι «μάγκες θα οργώσουνε τα Φάληρα – απόψε που υπάρχουνε τα τάληρα»; Και πώς θα τραγουδήσω αύριο στο παιδί μου «της μιας δραχμής τα γιασεμιά» - όταν δραχμή δεν θα ‘χει δει και γιασεμί δεν θα’χει μυρίσει ποτέ του;

Αλήθεια, σήμερα ο «Βας Βας Παρασκευάς» πόσα χιλιόμετρα απέχει από τον «κυρ Αντώνη» του Μάνου – κι ο «σχιζοφρενιής δολοφόνος με το πριόνιι – που δεν κωλώνιει», πόσες «καμαρούλες μια σταλιά» έχει καταστρέψει; Είμαστε ό,τι βλέπουμε (στην TV). Είμαστε ό,τι (και όπως) τρώμε. Είμαστε όμως και ό,τι τραγουδάμε;

Ει κύριος – όταν περνάς μπροστά από τον καθρέφτη να μη γυρνάς αλλού το κεφάλι ή να σβήνεις το φως. Ο καθρέφτης είναι πάντα εκεί – στον απέναντι τοίχο, χωρίς προκαταλήψεις και ειλικρινής. Μην κάνεις λοιπόν πως δεν τον βλέπεις – και μην κάνεις πως δεν ακούς τα «παρατράγουδα» τύπου «jet aime» ή ότι δεν σε αφορούν. Τα σουξεδάκια αυτά (κι εδώ θέλω να σταθώ) γράφτηκαν… για σένα!

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν… ο γάιδαρος» - ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά. Το παχνί δεν τ’άρεσε, ήθελ’ αρχοντιά… κι έτσι έγινε τραγουδιστής! Έναν τέτοιο γάιδαρο, όταν ήμουν στο Δημοτικό, μας πήγαν εκπαιδευτική εκδρομή για να τον δούμε, για πρώτη φορά. Από τότε, βλέπω πάρα πολλούς – μεταλλαγμένους, κυρίως στα ΜΜΕ. Αυτός βέβαια που εγώ είχα πρωτοδεί στο Δημοτικό, δεν τραγουδούσε. Οι σημερινοί δυστυχώς, το κάνουν – άδουν! Και βγαίνουν και στην τηλεόραση – σε εκπομπές όπως το jet aime. Και πουλάνε, πουλάνε σαν τρελοί. Και θέλω να υποβάλω – εκτός από τα σέβη μου, κι ένα δυο ερωτηματάκια: Αφού όλοι τ’αποστρεφόμαστε και κλείνουμε τα μάτια έκπληκτοι, σαν να είδαμε κατά λάθος γυμνή τη γυναίκα του φίλου μας – τότε πώς και πού πουλάνε; Αγοράζονται για πλάκα θα πει κάποιος. Γιατί όμως για πλάκα κύριος; Μήπως διαφέρουν πολύ από τα υπόλοιπα «σοβαρά» σουξέ της εποχής που ρυπαίνουν τον ζωτικό μας χώρο και θεωρούνται Ελληνικό τραγούδι; Εγώ αυτά τα παρατράγουδα προσωπικά τα βρίσκω και έξυπνα και εύστοχα και αρκετά … (tele)τουργικά! Και τούτο διότι έχουν (και αυτά, όπως και τ’αλλα) εκείνη τη σατανική ικανότητα να καταγράφουν τις οσμές και τους ρυθμούς της εποχής και του περίγυρού μας. Εκτός κι αν συμφωνήσουμε πως ό,τι έχει στην τσάντα του ο ταλαίπωρος ο μαύρος, δεν κάνει ούτε για ανακύκλωση. Έτσι κι αλλιώς τα ανακυκλώνουν οι ίδιοι οι συνθέτες που τα γράφουν. Και η τσάντα του δύσμοιρου του μαύρου τά’χει όλα: Θες κοινωνικό τραγούδι; Χτύπα Antzela! Θες πολιτικό; Τάδε έφη Θώδη! Θες ελαφρύ ημι-ποιοτικό; Τράβα Νίνο-Ρώτα. Θες λαϊκό; Πάρε Πετρέληδες – (αλήθεια, υπάρχει τραγούδι που να τραγουδά μόνος, χωρίς τους πολλαπλούς εαυτούς του); Θες κάτι πιο κλασσικό Σαν Ρέμο, χτύπα Πασχάλη (Τερζή). Θες τσικουλάτα τσικιτά, μπανάνα Τσικίτα, Σάντα Τσικίτα με τον Λογοθετίδη; Ο,τι γουστάρεις, το’χουμε. Μην ξηγιέσαι έτσι λοιπόν κύριος. Μόνο για πλάκα δεν αγοράζονται, όταν χτυπάνε κόκκινο στα top ten και στις τηλεθεάσεις. Τι – επειδή δεν βλέπονται ή (παρα)βλέπονται οι «ερμηνευτές»; Και με ρωτάτε εμένα αν έχω όρεξη να βλέπω νυχθημερόν την φάτσα αυτουνού… του… ή εκείνη την άλλη την… με το…

Γιατί λοιπόν τόση περιθωριοποίηση; Καρβέλας τάγραψε κι αυτά – έτσι φημολογείται τουλάχιστον! Επειδή και καλά κανιβαλλίζουν κάποιοι, στην καμπούρα κάποιων άλλων αφελών; Μήπως ξεχνάμε εκπομπές-τηλεδικεία με δημοσιογράφους-δημόσιους κατήγορους; Εκπομπές που κανιβαλίζουν live τον σπαραγμό ανθρώπων που ξανασυναντιόνται στο studio έπειτα από 150 χρόνια; Πρωινάδικα με live απόπειρες αυτοκτονίας και μάλιστα «μη πέσεις ακόμη – πάω σε διαφημιστικό κι επιστρέφω»; Δηλώσεις από χαροκαμένες χήρες κι ορφανά μέσα σε κηδείες και πάνω από φέρετρα; Βιντεάκια με αυταρχικούς αστυνομικούς, που επαναλαμβάνονται 5/sec; Reality fame academy dance story που ξεπουλάνε στον βωμό της AGB το ιερό δικαίωμα των νέων ανθρώπων για μία θέση στον ήλιο; Ή που ξεσκίζουν ανενδοίαστα τις σάρκες κάθε πικραμένου ψώνιου – που παρανόησε και παραπλανήθηκε, πάλι από εμάς; «Δήλωσε συμμετοχή – έχεις ταλέντο» έλεγε το σλόγκαν. Δεν έλεγε πουθενά πως αν τελικά δεν έχεις, θα σε σκίσουμε. Όλα αυτά λοιπόν, εμείς δεν τα καταναλώνουμε απενοχοποιημένα; Τον Παρασκευά βρήκαμε να σταυρώσουμε; Ο μέσος τηλεθεατής-καθρέφτης μας, είναι κι αυτός.

Από την άλλη, γιατί τόσο φτύσιμο και τόση απορία για την δημοτικότητα του «παρατράγουδου»; Μήπως επίσης δεν βοήθησαν οι «σοβαρές εκπομπές» σ’αυτό; Έτσι κι αλλιώς από πού τάμαθα εγώ αυτά τα άσ(θ)ματα; Από τις αναπαραγωγές τους στις σατιρικές και προβληματισμένες εκπομπές των μεγάλων καναλιών, που τα αναμετέδιδαν διαρκώς, δήθεν προς διαπόμπευση. Και το μόνο που κατάφεραν ήταν να ανατρέξω στην πρωτότυπη εκπομπή, και να καταλάβω γιατί εντέλει τα στήνουν στον τοίχο αυτά τα τραγούδια. Διότι κύριος, εδώ παίζεται μία μεγάλη και ουσιώδης λεπτομέρεια που κάνει την διαφορά: Πάνω από μία δεκαετία η βιομηχανία του σκουπιδοσουξέ μας πουλάει το «τίποτα» για μεταξωτές κορδέλες. Αυτή η εκπομπή κατάφερε να παρουσιάσει για πρώτη φορά το «τίποτα» ως … «τίποτα», με καθαρότητα και ευθύτητα, χωρίς φιοριτούρες και φλιναφλήματα – και το πουλάει. Γιατί, είναι ο καθρέφτης μας κι αυτή η διαφορά είναι η αιχμή του δόρατος που τον ραγίζει. Κι αυτό μας ενοχλεί, ή κάνουμε ότι μας ενοχλεί, γιατί εντέλει το (κρυφό)ακούμε – όπως τεντώνουμε το κεφάλι για να δούμε το πτώμα στην άσφαλτο – ή δακρύζουμε κατασυγκινημένοι μπροστά στην οθόνη, από μία live κηδεία επώνυμου!

Μην αναρωτηθείς λοιπόν ποτέ, για ποιον τραγουδά ο Παρασκευάς. Ο Παρασκευάς τραγουδά για σένα. Όσο για μένα, αν τύχει και με ρωτήσει κανείς: «τελικά, είμαστε ό,τι τραγουδάμε»; Η απάντηση πια, μου είναι πολύ εύκολη: «Ναι ρε – είμαστε…»!

Δεν υπάρχουν σχόλια: