Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Περί έντεχνου… ψεύδους


Τις προάλλες σε κάποιο έντυπο, διάβασα δηλώσεις του – συμπαθέστατου κατά τ’άλλα κυρίου Γιάννη Κότσιρα, περί του έντεχνου ή μη ελληνικού τραγουδιού. Αχ πώς πονάει! Αχ και πώς πονάει.!
Μεταξύ άλλων λοιπόν ο κύριος Κότσιρας, αρνείται ότι το έντεχνο υπάρχει ή υπήρξε ποτέ. Αντιθέτως, υπάρχει καλό ή όχι λαϊκό τραγούδι. Επίσης ότι ο κύριος Ρέμος έχει δανειστεί τραγούδια-επιτυχίες του, όπως το «τσιγάρο» - κι αντίστοιχα, θα μπορούσε (κι ο Κότσιρας) να’χει πει τραγούδια του Ρέμου. Επίσης, την εποχή που τα cd του πουλούσαν 170-200.000 αντίτυπα, ο ίδιος ερμήνευσε Θεοδωράκη και «άξιον εστί» και τέλος ότι οι εμπορικότεροι τραγουδιστές είναι ο Γιώργος Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξίου και ο Γιάννης Πουλόπουλος (κυρίως λόγω <Δρόμου>). Γιαννάκη Λεβεντόπαιδο, Γιαννάκη ομορφόπαιδο, παμπόνηρε και παραμυθατζή – που θα’λεγε κι ο μετρ.
Αυτά αποθησαύρισα από την συνέντευξη– αν τα θυμάμαι και καλά βέβαια. Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχουν τόσο οι δηλώσεις, όσο το έντεχνο… ψεύδος, περί εντέχνου γενικότερα.
Παίρνοντάς τα ένα ένα να πούμε ότι, είναι πια κοινό μυστικό πως οι «όροι» στην τέχνη θεωρούνται και νοηματοδοτούνται από τους δημιουργούς-νονούς που τους πρωτοπαρουσιάζουν και τους λανσάρουν» κι ας μη κάνουμε το λάθος να τους συγχέουμε απόλυτα με την αυστηρή τους ακαδημαϊκή «σημασία» ετυμολογία. Αυτό κατ’αρχάς, εις απάντηση αυτών που αφελώς αναφωνούν: «έντεχνο; Μα τι θα πει έντεχνο; Και οι άλλοι δηλαδή τι έγραψαν, άτεχνο;».
Ο πρώτος που χρησιμοποίησε, αν θυμάμαι καλά, τον όρο, ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις όταν παρουσίασε στο Αθηναϊκό κοινό τη μουσική και τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, στη δεκαετία του 50. Και χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να διαχωρίσει βεβαίως τη μουσική του από τον Τσιτσάνη και το Ρεμπέτικο, μα όχι μειωτικά, όπως πολλοί θέλουν να του καταλογίσουν. Απεναντίας, το εκτιμούσε, το ζήλεψε και δανείστηκε στοιχεία του πολλάκις. Ωστόσο, έθεσε τον όρο έντεχνο, για να περιορίσει τη δική του μουσική, η οποία απέχει από την μουσική μας παράδοση, κάτι που δεν συνέβαινε με τον Τσιτσάνη και το λαϊκό του τραγούδι ως φυσική συνέπειά της. Για την ιστορία, το πρώτο έντεχνο τραγούδι που μπορώ να θυμηθώ, είναι το «χάρτινο το φεγγαράκι» από τα μέσα της δεκαετίας του 40 και την παράσταση του Κ.Κουν «Λεωφορείον ο πόθος».




Εκτοτε, έχουν γραφτεί λαϊκά τραγούδια κολοσσοί όπως και σκουπίδια (Ινδικά ή εγχωρία) και αντιστοίχως, τεράστια έντεχνα όπως και κουρελαρίες! Ποιος χαρακτήρισε ποιοτικό (μόνο) το έντεχνο και το λαϊκό σώνει και καλά δευτεράντζα;
Αυτά τα λίγα ακροθιγώς, περί των δύο μεγάλων τάσεων που ταλανίζουν το Ελληνικό μας τραγούδι. Λαϊκό εναντίον έντεχνου λοιπόν και τούμπαλιν. Υπαρκτά και τα δύο. Ακμαία και τα δύο κι απόλυτα λειτουργικά στις εποχές και στο βίωμά μας. Τα νοιώθουμε, τα ακούμε, τα βρίσκουμε και τα δύο μέσα μας να αλληλοσυμπληρώνονται - και τον Βασίλη και τον Μάρκο και τον Μάνο κ.λπ. Πώς θα ακυρωθεί η ιστορία με δηλώσεις και αλχημείες που στόχο έχουν το ίματζ (την εικόνα μας) και την (έστω ερήμην μας) κονόμα μας;
Κι ερχόμαστε να απαντήσουμε (;) στον καλό μας φίλο τον Γιαννάκη τον Κότσιρα και να του πούμε: Βρε Κότσιρα, ο Ρέμος και η τρελοπαρέα του, όταν έχουν να γεμίσουν μαγαζιά 1000-2000 νοματαίων κάθε βράδυ, όχι το έντεχνο, αλλά και το «Υπερμάχω» θα άδουν, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στην πλειοψηφία. Βεβαίως θα κινηθούν με θαυμαστή ευλυγισία από Φοίβο-Καρβελα ως Μπετόβεν κι από Βαμβακάρη ως Κότσιρα. Το ζητούμενο είναι, εσύ κύριε (Κότσιρα) γιατί δεν είπες Ρέμο; Και γιατί έπειτα από τις μεγάλες επιτυχίες σου, ερμήνευσες Θεοδωράκη (Άξιον εστί) και όχι Θεοφάνους ή Φοίβο, αφού το έντεχνο δεν υπάρχει; Γιατί είπες την «Αλεξάνδρεια» και όχι το «πες μας τι πίνεις»; Γιατί τρέχεις στα Ηρώδεια και στ’άλλα παλιονταμάρια και όχι σε μαγαζάρες όμως το Αθηνών (ή Αθηναίων) Αρένα; Και γιατί έκανες ξανά επιτυχία με το «πρώτη φορά» της αξέχαστης Ρ.Κουμιώτη ή με την επανέκδοση του «δρόμου»; Απροπό – ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι εμπορικός λόγω «Δρόμου»; Κι ο Γλέζος με τον «Λόρκα»; Ο Π.Νερούντα με τον «Εμιλιάνο Ζαπάτα»; Ο Μαμαγκάκης με το «11 λαϊκά του Γ.Ρίτσου» και την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη; Ο Γ.Σπανός με τις Ανθολογίες; Ο υπόλοιπος Πλέσσας; Το ότι ο Μίμης Πλέσσας έγραψε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» δεν σημαίνει πως έγινε και λαϊκός συνθέτης, για να’χεις εσύ έρισμα να επανεκδώσεις τον «Δρόμο»! Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Χατζιδάκι και το «είμαι αετός χωρίς φτερά», για τον Μ.Λοϊζο και το «δεν θα ξαναγαπήσω» με τον Καζαντίζη κ.λπ. κ.λπ.
Εντέλει, γιατί δεν επανεκτέλεσες Απόστολο Καλδάρα, Γιώργο Μητσάκη ή Ζαμπέτα; Δεν είναι σπουδαίοι αυτοί; Είναι και παραείναι, Εσύ δεν είσαι λαϊκός Γιαννάκη μου. Και δεν είσαι λαϊκός, γιατί είσαι έντεχνος Γιαννάκη μου, όπως και να χτυπά αυτό στο μυαλό σου. Όσο και να θέλεις να αποποιηθείς του όρου, προκειμένου να διευρυνθούν τα όρια του κοινού σου και της εικόνα σου. Δυστυχώς όμως, αυτά δεν αλλάζουν με δηλώσεις του νόμου 105, ούτε με δηλώσεις μετανοίας.
Η γυναίκα του Καίσαρα, δεν αρκεί να είναι (ή να λέει ότι είναι) λαϊκιά, πρέπει να της φαίνεται κι όλας. Οπότε… «λέγε ό,τι θες, λέγε…» …