Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

2 0 0 9

Τις θερμότερες ευχές μου

σε όλους του αγαπημένους φίλους

εντός ή εκτός blog

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Υγεία, δημιουργία και εμπνευση !!!

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

έτσι, γιατί μ'αρέσει...

ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΛΗΣΤΗΣ

Μ.Χατζιδάκις - Ν.Γκάτσος

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ...

Ενα σπάνιο θεατρικό ντοκουμέντο

Θέατρο ΚΑΠΠΑ

"Η Ανταπόκριση" του Ούγκο Μπέτι
1983/4

Ν.Κούρκουλος, Γ.Μιχαλακόπουλος, Κ.Βασιλάκου, Γ.Μοσχίδης και η Ελένη Κούρκουλα σε πρώτη θεατρική εμφάνιση

{Αποσπάσματα}

Μέρος 1ο


μέρος 4ο


Μέρος 6ο


μέρος 7ο


μέρος 8ο

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Περί έντεχνου… ψεύδους


Τις προάλλες σε κάποιο έντυπο, διάβασα δηλώσεις του – συμπαθέστατου κατά τ’άλλα κυρίου Γιάννη Κότσιρα, περί του έντεχνου ή μη ελληνικού τραγουδιού. Αχ πώς πονάει! Αχ και πώς πονάει.!
Μεταξύ άλλων λοιπόν ο κύριος Κότσιρας, αρνείται ότι το έντεχνο υπάρχει ή υπήρξε ποτέ. Αντιθέτως, υπάρχει καλό ή όχι λαϊκό τραγούδι. Επίσης ότι ο κύριος Ρέμος έχει δανειστεί τραγούδια-επιτυχίες του, όπως το «τσιγάρο» - κι αντίστοιχα, θα μπορούσε (κι ο Κότσιρας) να’χει πει τραγούδια του Ρέμου. Επίσης, την εποχή που τα cd του πουλούσαν 170-200.000 αντίτυπα, ο ίδιος ερμήνευσε Θεοδωράκη και «άξιον εστί» και τέλος ότι οι εμπορικότεροι τραγουδιστές είναι ο Γιώργος Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξίου και ο Γιάννης Πουλόπουλος (κυρίως λόγω <Δρόμου>). Γιαννάκη Λεβεντόπαιδο, Γιαννάκη ομορφόπαιδο, παμπόνηρε και παραμυθατζή – που θα’λεγε κι ο μετρ.
Αυτά αποθησαύρισα από την συνέντευξη– αν τα θυμάμαι και καλά βέβαια. Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχουν τόσο οι δηλώσεις, όσο το έντεχνο… ψεύδος, περί εντέχνου γενικότερα.
Παίρνοντάς τα ένα ένα να πούμε ότι, είναι πια κοινό μυστικό πως οι «όροι» στην τέχνη θεωρούνται και νοηματοδοτούνται από τους δημιουργούς-νονούς που τους πρωτοπαρουσιάζουν και τους λανσάρουν» κι ας μη κάνουμε το λάθος να τους συγχέουμε απόλυτα με την αυστηρή τους ακαδημαϊκή «σημασία» ετυμολογία. Αυτό κατ’αρχάς, εις απάντηση αυτών που αφελώς αναφωνούν: «έντεχνο; Μα τι θα πει έντεχνο; Και οι άλλοι δηλαδή τι έγραψαν, άτεχνο;».
Ο πρώτος που χρησιμοποίησε, αν θυμάμαι καλά, τον όρο, ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις όταν παρουσίασε στο Αθηναϊκό κοινό τη μουσική και τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, στη δεκαετία του 50. Και χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να διαχωρίσει βεβαίως τη μουσική του από τον Τσιτσάνη και το Ρεμπέτικο, μα όχι μειωτικά, όπως πολλοί θέλουν να του καταλογίσουν. Απεναντίας, το εκτιμούσε, το ζήλεψε και δανείστηκε στοιχεία του πολλάκις. Ωστόσο, έθεσε τον όρο έντεχνο, για να περιορίσει τη δική του μουσική, η οποία απέχει από την μουσική μας παράδοση, κάτι που δεν συνέβαινε με τον Τσιτσάνη και το λαϊκό του τραγούδι ως φυσική συνέπειά της. Για την ιστορία, το πρώτο έντεχνο τραγούδι που μπορώ να θυμηθώ, είναι το «χάρτινο το φεγγαράκι» από τα μέσα της δεκαετίας του 40 και την παράσταση του Κ.Κουν «Λεωφορείον ο πόθος».




Εκτοτε, έχουν γραφτεί λαϊκά τραγούδια κολοσσοί όπως και σκουπίδια (Ινδικά ή εγχωρία) και αντιστοίχως, τεράστια έντεχνα όπως και κουρελαρίες! Ποιος χαρακτήρισε ποιοτικό (μόνο) το έντεχνο και το λαϊκό σώνει και καλά δευτεράντζα;
Αυτά τα λίγα ακροθιγώς, περί των δύο μεγάλων τάσεων που ταλανίζουν το Ελληνικό μας τραγούδι. Λαϊκό εναντίον έντεχνου λοιπόν και τούμπαλιν. Υπαρκτά και τα δύο. Ακμαία και τα δύο κι απόλυτα λειτουργικά στις εποχές και στο βίωμά μας. Τα νοιώθουμε, τα ακούμε, τα βρίσκουμε και τα δύο μέσα μας να αλληλοσυμπληρώνονται - και τον Βασίλη και τον Μάρκο και τον Μάνο κ.λπ. Πώς θα ακυρωθεί η ιστορία με δηλώσεις και αλχημείες που στόχο έχουν το ίματζ (την εικόνα μας) και την (έστω ερήμην μας) κονόμα μας;
Κι ερχόμαστε να απαντήσουμε (;) στον καλό μας φίλο τον Γιαννάκη τον Κότσιρα και να του πούμε: Βρε Κότσιρα, ο Ρέμος και η τρελοπαρέα του, όταν έχουν να γεμίσουν μαγαζιά 1000-2000 νοματαίων κάθε βράδυ, όχι το έντεχνο, αλλά και το «Υπερμάχω» θα άδουν, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στην πλειοψηφία. Βεβαίως θα κινηθούν με θαυμαστή ευλυγισία από Φοίβο-Καρβελα ως Μπετόβεν κι από Βαμβακάρη ως Κότσιρα. Το ζητούμενο είναι, εσύ κύριε (Κότσιρα) γιατί δεν είπες Ρέμο; Και γιατί έπειτα από τις μεγάλες επιτυχίες σου, ερμήνευσες Θεοδωράκη (Άξιον εστί) και όχι Θεοφάνους ή Φοίβο, αφού το έντεχνο δεν υπάρχει; Γιατί είπες την «Αλεξάνδρεια» και όχι το «πες μας τι πίνεις»; Γιατί τρέχεις στα Ηρώδεια και στ’άλλα παλιονταμάρια και όχι σε μαγαζάρες όμως το Αθηνών (ή Αθηναίων) Αρένα; Και γιατί έκανες ξανά επιτυχία με το «πρώτη φορά» της αξέχαστης Ρ.Κουμιώτη ή με την επανέκδοση του «δρόμου»; Απροπό – ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι εμπορικός λόγω «Δρόμου»; Κι ο Γλέζος με τον «Λόρκα»; Ο Π.Νερούντα με τον «Εμιλιάνο Ζαπάτα»; Ο Μαμαγκάκης με το «11 λαϊκά του Γ.Ρίτσου» και την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη; Ο Γ.Σπανός με τις Ανθολογίες; Ο υπόλοιπος Πλέσσας; Το ότι ο Μίμης Πλέσσας έγραψε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» δεν σημαίνει πως έγινε και λαϊκός συνθέτης, για να’χεις εσύ έρισμα να επανεκδώσεις τον «Δρόμο»! Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Χατζιδάκι και το «είμαι αετός χωρίς φτερά», για τον Μ.Λοϊζο και το «δεν θα ξαναγαπήσω» με τον Καζαντίζη κ.λπ. κ.λπ.
Εντέλει, γιατί δεν επανεκτέλεσες Απόστολο Καλδάρα, Γιώργο Μητσάκη ή Ζαμπέτα; Δεν είναι σπουδαίοι αυτοί; Είναι και παραείναι, Εσύ δεν είσαι λαϊκός Γιαννάκη μου. Και δεν είσαι λαϊκός, γιατί είσαι έντεχνος Γιαννάκη μου, όπως και να χτυπά αυτό στο μυαλό σου. Όσο και να θέλεις να αποποιηθείς του όρου, προκειμένου να διευρυνθούν τα όρια του κοινού σου και της εικόνα σου. Δυστυχώς όμως, αυτά δεν αλλάζουν με δηλώσεις του νόμου 105, ούτε με δηλώσεις μετανοίας.
Η γυναίκα του Καίσαρα, δεν αρκεί να είναι (ή να λέει ότι είναι) λαϊκιά, πρέπει να της φαίνεται κι όλας. Οπότε… «λέγε ό,τι θες, λέγε…» …

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

...απόσπασμα...

...


Επιπλέω σε μια λίμνη από θλιβερές φιλοδοξίες. Το μυαλό μου μύλος από αγκίστρια, ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, σκέφτηκε. Η Λουΐζα φόρεσε και πάλι τα μαύρα γυαλιά. Έσφιξε το τιμόνι. Η διαδρομή με τ’αμάξι σαν καρτ-ποστάλ. Τριγύρω εκτάσεις από καλοταϊσμένα δένδρα, στρογγυλοκαθισμένα μες στον εγωισμό τους, πάνω στον λαιμό του χρόνου, βαριά. Ανάμεσά τους ξεχυνόταν ο δρόμος, φίδι υστερικό. Πράσινη άσφαλτος και σκιές. Που και που λίμνες ήλιου, θάμπωναν το βλέμμα της, το έτσι κι αλλιώς αλλού. Πού αλλού; Ο Στέφανος.
Όχι μακρυά απ’την πρωτεύουσα. Όχι, δεν θα παραιτηθώ, είπε. Μια παρένθεση είναι, είπε. Δύο άγκιστρα και μέσα αέρας. Αέρας φρέσκος, στρογγυλός αέρας, τροφαντός με τρυπίτσες, με στίγματα, όπως έρθει κι όπως κάτσει. Το σπίτι στοίχισε αρκετά. Το ήθελε δίπλα στη θάλασσα. Όπου να’ναι, αλλά θάλασσα, είχε πει. Να – αυτό θα βάλει στην παρένθεσή της, θάλασσα κι αλμυρό νερό. Το μεθυσμένο φίδι του δρόμου μακρύ. Σερνόταν δεξιά και πάλι αριστερά, συνέχεια και συνέχεια. Η Λουΐζα, άφηνε πίσω της ιστορία. Ο Στέφανος.
Νεράιδα λεγόταν το μέρος. Το είχε δει, της έκανε. Στην παγκόσμια τράπεζα βιωμάτων, είχε κι αυτή μια μικρή θυρίδα ζωής. Την κλείδωσε πίσω της κι έφυγε. Το σπίτι τής άρεσε με το πρώτο. Λιτό, εξοχικό. Αγκαλιασμένο από αρκετά μεγάλο κτήμα, χώμα και λίγα δένδρα. Πατούσε στη θάλασσα από το πίσω μέρος, μ’ ένα μικρό διάστημα ενός κήπου. Ο μεσίτης, η αγγελία, οι φωτογραφίες. Μια που το είδε και τ’αγόρασε αμέσως. Και τώρα είναι δικό της. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι. Δικό της! Κάποιος, κάπου, κάποτε, έστησε σ’ ένα κομμάτι γης τέσσερις πασσάλους, τους έφερε βόλτα με σύρμα χοντρό και είπε: αυτό είναι δικό μου! Αυτή η γης τώρα μου ανήκει. Ο δεύτερος, δεν έφερε αντίρρηση και συρματόπλεξε ακριβώς δίπλα. Έπειτα ο τρίτος. Η Λουίζα τώρα έχει κι αυτή κάτι δικό της. Αλήθεια, ποιο νούμερο της αντιστοιχεί;
Όταν ο Στέφανος έκλεισε πίσω του την πόρτα στην Αθήνα, εκείνη λύγισε τα πόδια κι έκλαψε πικρά. Όχι, δεν έφευγε εκείνος. Εκείνος θα ξαναρχόταν. Εκείνη θα’φευγε. Το κεντρί του φιλιού του, είχε γίνει αβάσταχτο. Το μέλι κέρωσε. Ο εγωπαθής χτύπος της πόρτας, ήταν ο τελευταίος. Η Λουΐζα το’ξερε, το’νοιωσε αμέσως. Τα συμβόλαια του σπιτιού ήταν έτοιμα από καιρό. Δεν του’χε πει τίποτα. Δεν έμενε παρά να πάρει τα κλειδιά μαζί της και λίγα ρούχα. Ούτε ρούχα. Μόνο τα κλειδιά πήρε και βάρεσε πίσω της την πόρτα με την ίδια δύναμη, με τον ίδιο εκείνον εγωπαθή χτύπο. Άγκιστρο πρώτο. Παρένθεση.
Η κουτσή ξύλινη επιγραφή και αφυδατωμένη με το επικό: ΠΡΟΣ ΝΕΡΑΙΔΑ, φάνηκε στο τέλος μιας ευθείας. Η Λουΐζα δεν τις μπορούσε τις ευθείες, τρελαινόταν. Λίγες στροφές ακόμα κι έφτασε. Αλήθεια, πώς φτάνει κανείς; Το καταλαβαίνει; Πονάει;


...


{Απόσπασμα από κάτι που ετοιμάζω εδώ και καιρό. Πόσο θά'θελα να ακούσω γνώμες για την γλώσσα και το ύφος του κειμένου... Θα με βγάλετε από ένα αδιέξοδο! Μόνο - προς όσους με τιμήσουν με τα σχόλιά τους - θέλω ν'ακούσω αλήθειες!}

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Νά'χαμε τι νά'χαμε...

Έφυγε το καλοκαίρι κι ήρθαν οι δροσιές και οι αέρηδες – κι έφυγε το καλοκαίρι κι επίσημα, έτσι λένε οι ειδικοί, γιατί λένε μπήκε ο Σεπτέμβρης, δύο έχει σήμερα το ημερολόγιο κι εγώ είμαι χαρούμενος όχι για τον Σεπτέμβρη, αλλά έτσι γενικώς, δεν ξέρω ακριβώς να σας πω, αλλά χαίρομαι γιατί το καλοκαίρι περάσαμε ωραία πήγαμε και εκδρομή, διακοπές που λέει ο κόσμος, αλλά εγώ δεν το λέω διακοπές, γιατί στη μαμά μου συνέχεια πηγαίνω - εκεί που μεγάλωσα δηλαδή στο Μεγάλο Πεύκο, έχει και ωραία θάλασσα, πιο μικροί ψαρεύαμε κι όλας βγάζαμε και όστρακα, τώρα μόνο άδειους τενεκέδες κόκα κόλα βρίσκει κανείς, αλλά δεν μας ενοχλεί γιατί θα τα καθαρίσουνε λέει κάποτε κι εμείς περιμένουμε κι είμαστε χαρούμενοι – αλλά εγώ λοιπόν έλεγα πως για να πεις ότι κάνεις διακοπές, πρέπει να διακόψεις κάτι που κάνεις συνέχεια, αλλά εγώ στη μαμά στο Μ.Πεύκο πάω συνέχεια, οπότε δεν μπορώ να τις πω διακοπές, μάλλον πλήξη θα τις έλεγα, όχι για τη μαμά αλλά για το «συνέχεια» - βέβαια μου έκανε και βαθειά εντύπωση γιατί η μαμά λέει πως αδυνάτισα, αλλά εγώ της λέω πως δεν μπορώ να το πω αυτό γιατί τρώω συνέχεια, γιατί και στην Αθήνα έχει πλήξη, κι εγώ καπνίζω όλο και περισσότερο για να ανταπεξέλθω και θυμάμαι έναν γνωστό μου ιατροδικαστή, που μου έλεγε "έλα να σου δείξω σε μια νεκροψία τα σπλάχνα ενός καπνιστή που είναι μαύρα, ενώ ενός που δεν καπνίζει είναι κανονικά" κι εγώ του έλεγα ότι "τι μαύρα τι άσπρα κι οι δυο στο ίδιο τραπέζι του νεκροτομείου βρίσκονται", γι’αυτό κι εγώ ήθελα να πάω σε κάποιο νησί αλλά δεν είχαμε λεφτά, ψαχτήκαμε βέβαια αλλά δεν καταφέραμε να βρούμε κάτι της προκοπής και του χρόνου είπαμε, αν μπορέσουμε να δουλέψουμε καλά όλη τη σαιζόν, ίσως και να καταφέρουμε επιτέλους να πάμε μερικές μέρες – δυο τρεις – σε κάποιο νησί, αλλά δεν πειράζει λέει η Βιβή, Βιβή είναι η γυναίκα μου – μη σας κάνει εντύπωση το μεγαλίστικο «η γυναίκα μου», μικρός είμαι ακόμα ούτε σαράντα, και η Βιβή λοιπόν που είπε πως δεν πειράζει και δεν είναι ούτε 35, μου είπε πως είμαστε χαρούμενοι γιατί πήγαμε και στην άλλη τη μαμά, τη δική της τη μαμά στην Χαλκίδα, κι εγώ της είπα ότι κι εκεί έχει πλήξη γιατί κι εκεί πηγαίνουμε συνέχεια, οπότε πάλι δεν διακόπτουμε τίποτα για να το πούμε διακοπές, επίσκεψη μπορούμε να το πούμε, βίζιτα μπορούμε να το πούμε, ψιλομαλακία μπορούμε να το πούμε, αλλά δεν το λέμε από διακριτικότητα, γιατί είπαμε του χρόνου να μαζέψουμε λεφτά και θα πάμε καλές διακοπές, ένα άλλο καλοκαίρι που να μην έχει πανευρωπαϊκά ποδόσφαιρα και Πεκίνα με Ολυμπιακούς αγώνες κι όλο Κινέζους, κι ας πήραμε τόσες διακρίσεις, ήρθαμε πρώτοι λέει στα «ντόπινγκ», αλλά εγώ δεν ξέρω τι αγώνισμα είναι αυτό, θα’ναι σαν το «νταν» στο καράτε μάλλον, τέλος πάντων ένα καλοκαίρι που να μην έχει και πολλές πυρκαιές γιατί στεναχωριέμαι που καίγονται τα δενδράκια κι ας λένε οι πρωθυπουργοί ότι δεν πειράζει, διότι λέει θα μοιράσουνε λεφτά στους πυρόπληκτους και θα κηρύξουν αναδασωτέες τις εκτάσεις, ας λένε λοιπόν αυτοί εγώ στεναχωριέμαι, αλλά είμαι και χαρούμενος γιατί το καλοκαίρι φέτος πέρασε ωραία.
Κατά τ’άλλα κάναμε ένα χειρουργείο, ευτυχώς πήγε καλά
Ανοίξαμε ένα μαγαζί, ευτυχώς πήγε κι αυτό καλά
Και ξανάνοιξα το blog μου.
Όσο γι’αυτό… ο Θεός βοηθός!!!

Γεια χαρά αδέρφια διαδικτυωτές μου. Σας ξαναβρήκα…

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Μέσα είμαι ...

Μπήκα για λίγο πάλι στο blog μου, με μια απ’ αυτές τις δύσμοιρες χρονοκάρτες και μ΄έπιασε θλίψη. Εγκατάλειψη και σκότος. Τι κλεισούρα, τι σκόνη, τι παραφωνία…

Μια που μπήκα, κι ήρθα αμέσως καταπρόσωπο αντιμέτωπος με τη νοσταλγία. Η οσμή του στάσιμου, μου ερέθισε τη μύτη. Η όψη του τραυματισμένου σχηματίστηκε αμέσως, στους ιστούς μιας αυτοκράτειρας αράχνης που δεσπόζει τώρα στο blog μου.

Ένοιωσα αμέσως την ανάγκη ν’ανοίξω τα παράθυρα, να μπει λίγος ήλιος, καθαρό αεράκι, η αύρα του καλοκαιριού και του κύματος, που γλύφει το βότσαλο και ψήνει την άμμο στην ρυθμική ξεψυχισιά της θάλασσας. Καλοκαίριασε! Άναψα τα λιγοστά μου φώτα στο φτωχό μου blog, να φανεί δυνατό, να δηλώσει παρών – κι ακροβατώ στην κόψη, ανάμεσα στη χλωμάδα του φωτός με τη βαθειά κι οριστική σκιά.

Λίγα λουλούδια στο βάζο κάποιας γωνιάς, μαραμένα κι αυτά. Τ’άλλαξα. Τα πότισα. Μύρισαν κι όλας. Καλοκαίρι! Έκπτωτοι άγγελοι, εξόριστοι, φτεροκοπούν ήδη, απ’ τ’ανοιχτό παράθυρο, γύρω από τη λάμπα στην μέση του ταβανιού. Πόρτες παράθυρα ορθάνοιχτα κι εγώ οκλαδόν στο υγρό τσιμέντο του άδειου blog, κοιτώ τους τοίχους. Άσπροι με ραφάκια. Άδεια ράφια, ξύλο, μ’αυτό το τσιγκελάκι από κάτω, να τα στηρίζουν στο σοβά. Αλλιώς το περίμενα – αλλά αφού ξέρω να περιμένω…

Η θλίψη δεν ήρθε απρόσκλητη. Πριν τέσσερις μέρες, είχα γιορτή. Το όνομά μου – στις 17 του Μάη. Και πριν εννιά μέρες, είχα κι άλλη γιορτή. Τα γενέθλια. Στις 12 του Μάη. Αλλιώς τα φανταζόμουν. Γιορτινά, φαντεζί. Με τον χώρο μου γεμάτο κόσμο, φίλους και ευχές. Με δώρα και χρωματιστές τις νότες. Ας είναι. Γιορτή, θα κάνουμε και του χρόνου. Και θα σας καλέσω όλους. Και θα σας μαζέψω όλους, σ’αυτόν τον μικρό μου χώρο, να του δώσουμε να καταλάβει, καταπώς του αρμόζει.

Όσο για τώρα, ας είναι κλειστό το μικρό μου blog. Μη σας ξεγελάει. Μέσα είμαι. Αν κοιτάξετε από την φθαρμένη χαραμάδα της τσακισμένης γρίλιας, θα με δείτε. Κάτω από την αμυδρή φλόγα του κεριού και τον ασθενικό ήχο του ραδιοφώνου. Καπνίζω. Καίω το τσιγάρο μου και φυλλομετρώ τις αναμνήσεις και το παρελθόν μιας ζωής. Μιας ζωής όλο στροφές, και που και που λίγες ευθείες, να λαμπυρίζουν στις λίμνες του ήλιου, στα ψηφιδωτά της ασφάλτου.

Κι αν θελήσετε να μπείτε, μη διστάσετε. Μόνο χτυπήστε. Χτυπήστε την πόρτα. 38 φορές. Μέσα είμαι…

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Πόσο μακρυά θα πάει αυτή η βαλίτσα, καλέ;

Δυστυχώς,

επειδή έβαλα την υπογραφή μου (και μου το’λεγε ο παππούς μου) σε μία ελεεινή ιδιωτική εταιρεία DSL – έφαγα τέτοιο μπλέξιμο, τόση ανακατωσούρα, μία αιθαλομίχλη, που βρίσκομαι εδώ και ενάμισι μήνα εκτός δικτύου. Και αναφέρομαι σε εταιρεία πρώτου (που λέει ο λόγος) μεγέθους. Από αυτές που μας έχουν πρήξει με τα αλλεπάλληλα τηλεοπτικά σποτάκια..

- Καλά να πάθω! Δεν καθόμουν καλύτερα στ’αυγά μου, δηλαδή στον ΟΤΕ μου!

- «Από 8 ως 24 ώρες, θα πάρει κύριε η σύνδεσή σας».

Η σύνδεσή μας με ψυχιατρείο μπορεί (χάλια τα νεύρα μου, άπαπαπαπά, χάλια μαύρα) , διότι η σύνδεσή μου με δίκτυο – γιοκ. Σκοτάδι μαύρο. Παγερή Αλάσκα. Βόρειος πόλος κι ακόμα παραπέρα. Όχι 24 ώρες, ούτε σε 24 τέρμινα δεν την είδα. Ούτε για λίγο. Ούτε να σκάσει μυτούλα, τόση δα ρε παιδί μου, να δούμε με τι μοιάζει!. Μα τι σύνδεση είναι αυτή, άμα δεν συνδέεσαι και λίγο. Ταμένη την έχουν; - μη την είδατε μην την συναπαντήσετε και τη βασκάνετε; Μη και τη φάει το μαύρο μάτι, το κακό το πονηρό, και την κλείσατε στο ανήλιαγο υπόγειο, και δεν την ξαναείδε ανθρώπου βλέμμα; Αν ήταν έτσι, πείτε το μας να το ξέρουμε – να της κρεμούσαμε μια χαντρούλα, το σκόρδο μας, το κατιτί μας βρε αδερφέ. Διότι, πιο πολλές εμφανίσεις έκανε η Αγνή Μπάλτσα στο Μέγαρο, από το δίκτυο στον υπολογιστή μου.

Ελα καλή μου συνδεσούλα να σε δούμε για λίγο. Λιγουλάκι μονάχα, τόσο δα, κι ας λιποθυμήσουμε έπειτα πλήρεις ευχαριστήσεως - κι ας μας βγει το κακό μάτι, έπειτα από την τόση γλωσσοφαγιά. Βγες καλή μου για λίγο, να δούμε κι εμείς δικτύου πρόσωπο. Βγες ΜΩΡΗ – την σύνδεσή μου μέσα…!

Αυτά τραβάω ο Μπλογκατζής – κι ως φαίνεται, το ζήτημα θα τραβήξει πολύ ακόμη (ξανά)δυστυχώς!

Με τις διάφορες χρονοκάρτες του ίντερνετ βέβαια (άλλη αμαρτία αυτή) που κυκλοφορούν στο εμπόριο, μπορώ να έχω έστω μία στοιχειώδη επαφή – επαφή όμως, έτσι λίγο μαλακούτσικη, διακριτική – με το δίκτυο.

Διότι, οι ταχύτητες με τις οποίες τρέχουν αυτές οι κάρτες είναι «αστρονομικές» - διότι μια σκοτοδίνη σε πιάνει απ’ την ταχύτητα, μια ζαλούρα σού’ρχεται, μια δραμαμίνη τη θες για τη ναυτία.

Εν τέλει, αν ελεήσει ο καλός Θεούλης των DSL, καλώς εχόντων των πραγμάτων, άλλον ένα μήνα εκτός γηπέδων θα τον φάμε σίγουρα.

- Ουρανία, το δίκαννο…!

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Κάτι από τα παλιά...

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ 1986

Μίμης Πλέσσας / Γιάννης Πουλόπουλος




Καμιά φορά
ένα πιάνο, μία φωνή
ένας ζεστός χώρος
γίνεται κιβωτός
αισθήσεων, αναμνήσεων, ονείρων...
Κάτι που σίγουρα μας λείπει






Κάτι από τα παλιά
Αρωμα μπουάτ
Αρωμα έντεχνου
Αρωμα ΕΡΤ

Για να ξαναθυμηθούν οι παλιοί
και να πάρουν οι νεώτεροι μια γεύση

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008


SYLVIA PLATH (1932-1963)








ΚΟΛΟΣΣΟΣ


Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,

Κάθε κομμάτι όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.

Γκαρίσματα, γρυλίσματα γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα

Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη.

Είναι χειρότερα κι από στάβλο.


Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,

Αντηχείο των νεκρών ή κάποιου θεού,

Τριάντα χρόνια είναι που μοχθώ

Να καθαρίσω τις λάσπες από το λαιμό σου

Δεν έγινα σοφότερη


Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με το απολυμαντικό

Τρεκλίζω σαν μυρμήγκι που θρηνεί

Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου

Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου

Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου


Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια

Ορθώνεται σαν ασπίδα από πάνω μας. Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου

Ρωμαλέος και ιστορικός σαν ρωμαϊκή αρένα.


Στρώνω για το γεύμα μου σ’ένα λόφο από μαύρα κυπαρίσσια

Τα διαμπερή σου κόκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα


Με τη συνήθη τους αναρχία στη γραμμή του ορίζοντα.

Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού

Για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο ερείπιο.

Τις νύχτες φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας

Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,


Μετρώντας τα κόκκινα αστέρια κι εκείνα με το χρώμα του δαμάσκηνου.

Ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τον κίονα της γλώσσας σου.

Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.

Δεν αφουγκράζομαι πια για της καρίνας το τρίξιμο

Πάνω στις γυμνές πλάκες της αποβάθρας.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

μυστικά...

Είχα ένα φίλο

Εφυγε

Τον Σεπτέμβρη – στις 20

Ένα πράγμα (ανεκτίμητο)

Έμαθα από αυτόν

Δεν γνωρίζω αν θα αξιωθώ να το εφαρμόσω

Αλλα σαν μυστικό πια

Κυλά στις φλέβες μου:

Η ΤΕΧΝΗ

Δεν ασχολείται με τα δεύτερα


«…Και γύρω η μπάντα να παίζει ένα βαλς

τριγύρω η πόλη
Με μια λεβάντα τους όρκους κρατάς
στο πορτοφόλι
Φώναξε, βρίσε
πάνθηρας είσαι
το έχουν στο αίμα να πίνουν φωτιά
οι πρώτοι ρόλοι…»


[Λ.Νικολακοπούλου]

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Δεν κατάλαβα; Γιατί όλα πρέπει νά'ναι σχετικά...;

Ασ'τα ρε Βασίλη...



... και μέχρι να ξυπνήσεις
θά'χουν βγει τα ψάρια στη στεριά...!


(Το βιντεάκι αυτό, το "έραψα" εγώ,
οπότε αν το δω σε κανένα άλλο blog...
...θα χαρώ πολύ)

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ ΜΟΥ


Να υπήρχε ένα κουμπί να το πατήσω. Έτσι κι αλλιώς, πάνω σε ένα κουμπί γεννήθηκα. Έτσι κι αλλιώς, σε λίγο θα γεννιέμαι πατώντας κουμπί. Σε λίγο θα γεννιέμαι με κουμπί. Θα το πατάω εγώ, εσύ, οι άλλοι. Κι εγώ θα κλαίω, θα γελάω, θα τρέχω. Θα τρώω, θα κοιμάμαι, θα ψηφίζω, δε θα μιλώ. Σιωπή.

Να υπήρχε το κουμπί να το πατήσω. Θα το έκανα αν ήταν σωστό. Να το πατήσω και ν'αφαιρέσω το χρώμα απ’ τη ζωή μου. Βαρέθηκα την έγχρωμη ζωή. Τόσο χρώμα, δεν το αντέχω. Κάποιοι βάλαν κόκκινο από εδώ, λίγο κιτρινάκι από εκεί, το μπλε, το μαύρο το ροζέ, κάποιοι άλλοι πράσινο, για να ομορφύνει η ζωή μου. Κι έγινε η ζωή αφίσα. Εικοσιτετράφυλλη, σαν αυτές του δρόμου, τις διαφημιστικές. Σατέν υφάσματα, βελούδινα όνειρα και μεταξωτές ανάσες εκτυπωτή. Λίμνη από θλιβερές φιλοδοξίες. Χάρακας, διαβήτης, μοιρογνωμόνιο. Χαλκομανία η ζωή επάνω σε ταμπλό. Να περνάει ο άλλος με τη μπατανόβουρτσα, να σου περνάει την κολλώδη υγρή ουσία στη μούρη, αν σου ξεκόλλησε λίγο το χαμόγελο.

Να υπήρχε το κουμπί να το πατήσω και να καθησυχάσω τη φανταχτερή χαρά μου. Την ενθουσιώδη ευτυχία που μου φόρεσαν στο πρόσωπο. Μια νοικοκυρά, απλώνει το χέρι χαρούμενη στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Ένας πιτσιρικάς, πατά delete στο game που δεν του αρέσει. Μια γραβάτα λεκιάστηκε απ’ τον εσπρέσο. Σουξέ, tv και κέντρα αναψυχής. Ρυθμός, παλμός και διαφήμιση με ροζ μπικίνι. Κρέμες που λειαίνουν, οδοντόκρεμες που λευκαίνουν, προϊόντα που παχαίνουν, αλκοόλ που ομορφαίνουν. Σεξ απήλ κι αρρενωπότητα. Μια καθημερινότητα τζακ ποτ. Που όλο ποντάρω κι όλο κερδίζω κι όλα είναι χαρούμενα. Το εξώφυλλο, η βιτρίνα, το γυαλί. Θα το πατούσα το κουμπί, αν ήτανε σωστό.


Όταν έκλεισες πίσω σου την πόρτα και χάθηκες, λύγισα τα γόνατα κι έκλαψα πικρά. Φώναξα. Δεν ήρθε κανείς. Ξαναφώναξα. Βγήκα. Ατέρμονοι διάδρομοι και χολ πολυκατοικιών. Αμυδρός φωτισμός σε λαμπίτσες με πλεξιγκλάς λευκό καπάκι. Κουδούνια με ονόματα και πόρτες με ματάκι. Και στον τρίτο, και στο πρώτο και στον πέμπτο. Πού να κρυφτώ, σε ποια κατάψυξη, σε ποια καταπακτή;


Θα το πατούσα το κουμπί αν υπήρχε, για να μειώσω ταχύτητα. Να βάλω λίγο φρένο στην αχαλίνωτη επιτάχυνσή μου. Τόσο μπροστά, με τρομάζει. Τόση κούρσα με τσακίζει. Πίνακες στατιστικοί, δείχτες χρηματιστηρίου κι αριθμοί. Οι αριθμοί μου σε μαύρο φόντο, κρεμασμένοι σε μανταλάκια. Να τρώνε, να πίνουν, να χορεύουν. Ξαπλωμένοι να βλέπουν dvd, να ανακατεύουν το φραπέ, μπουρμπουλήθρες με το καλαμάκι. Οι αριθμοί μου στα μητρώα, στις κάρτες, στους φακέλους. Στα username, στα password, στα pin. Οι μυστικοί αριθμοί της ψυχής μου στους δρόμους. Οκτάνια, κοντέρ και κράνη ασφαλείας. Ταχύτητα και άνεμος που σφυρίζει στα μάγουλα. Πατάω γκάζι, έτσι μου λένε. Πατάω κι άλλο. Ψηφίδες ασφάλτου, άρωμα βενζίνης, άρωμα ζωής σε μπουκαλάκι. Αναισθησιολόγος, μάσκες χειρουργικές, τραπέζι πράσινο νεκροτομείου. Να το πατήσω το κουμπί θα’λεγα. Θα το’λεγα αν ήταν σωστό.

Να το πατήσω, να γευτώ την ευδαιμονία που μου υπόσχονται, που μου προσφέρουν. Τεντώνω το χέρι ψηλά. Κόβω ένα τσαμπί σταφύλια. Πίσω κρασί σε κούπα. Περιφέρω την ψυχή μου και την λιάζω. Καβουρντισμένη έγινε πια, νόστιμη. Απλώνω το χέρι ξανά. Τι λέτε να διαλέξω; Βιβλίο, εφημερίδα, γνώσεις σε υστερία, φως στο τούνελ. Πονεμένα reality, ξεκαρδιστικές κωμωδίες, γνώμες ειδικών. Παρθένες παραλίες, ψημένο βότσαλο, γάργαρο νερό. Κορμιά σμιλευτά, βυζιά σε ανεξαρτησία, κώλοι διαίτης και ασφαλές σεξ. Χάπι με χρώμα, σακούλα πολυτελείας κι ασκήσεις ηρεμίας. Χοντρός σεφ, σερβιτόρος με γραβάτα και menu restaurant. Το menu της ζωής μου σε αφθονία, παρατημένο σ΄εκείνο το τραπεζάκι, με το κρυστάλλινο τζάμι, το ανάγλυφο κηροπήγιο και το σκαλιστό πόδι. Σκουντώ το πόδι του διπλανού μου. Την ίδια σούπα τρως κι εσύ; Ναι, την ίδια τρώω, κι εγώ. Αυτός εκεί την έφτιαξε, ο χοντρός, στην κουζίνα. Αυτός τις φτιάχνει όλες. Όλες ίδιες, με την ίδια φροντίδα, για τους ίδιους πελάτες, τους εκλεκτούς.

Όταν έκλεισες πίσω σου την πόρτα και χάθηκες, χάθηκα κι εγώ. Ανώνυμος στους ανώνυμους. Έγινα πλήθος που αφομοιώθηκε. Βαρούσα τις πόρτες, τα παράθυρα, τα κουδούνια, τις νύχτες. «Τι θέλετε» τους ρωτούσα όταν βγαίναν απορημένοι στα μπαλκόνια τους. «Τι με κοιτάτε, τους έλεγα; Μια φωτεινή επιγραφή είμαι κι εγώ, μια λαμπίτσα τόση δα. Μια πυγολαμπίδα είμαι, που κουβαλά στα φτερά της τούς καθρέφτες σας».

Να το πατήσω το κουμπί θα’λεγα για να ζυγίσω την ελευθερία μου. Να εκτιμήσω το δικαίωμά μου να αυτοδιατίθεμαι. Ενημερώνομαι, επιλέγω, κρίνω, συγκρίνω, τρέχω με χίλια. Λειώνω κάτω από το βάρος μου. Τόσες αλήθειες δεν τις βαστώ. Συντρίβουν το κρανίο μου, σπάνε τα κόκαλα μου. Δηλώσεις, ανακοινώσεις, δελτίο των οκτώ. Μικρόφωνο, άποψη, πολυφωνία. Τηλεπικοινωνίες, πληροφόρηση, ψίθυρος. Περπατώ στο πεζοδρόμιό μου – ψώνια. Στέκομαι πίσω απ’ τον μπροστινό μου – ουρά. Μετρώ τα βήματα απ’ το χωλ ως την κουζίνα – δεκαεπτά. Ψήνω το γεύμα μου με τέσσερις κινήσεις – φούρνος μικροκυμάτων. Μετρώ τη μέρα μου με τέσσερις κινήσεις – φούρνος μικροκυμάτων. Λέω να πατήσω το κουμπί.

Ένα μουτζουρωμένο περιστέρι στο περβάζι του παραθύρου. Τσιμπολογάει τα ψιχουλάκια που δεν σκόρπισε ο αγέρας. Μάδησα ψίχα από ψωμί, ατενίζοντας. Μέσα ο θάλαμος σκέτη ασπρίλα. Σεντόνια, μπλούζες λευκές και φορεία άσπρα. Ποιος πίνακας με μέτρησε σήμερα; Ποιος αριθμός καταστάλαξε άραγε στο μέτωπό μου απόψε; Θα το πουν στις ειδήσεις;

Να πατήσω το κουμπί, θα έλεγα. Θα το έλεγα αν ήταν σωστό.

Αλλά δεν είναι.

Έτσι νομίζω…



Στον Γιάννη Κ.

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

στον δράκο μου...

Συναντώ τη χλεύη πολλών φίλων

- στο χαμόγελό τους –

διότι, λέει, επιμένω με την τέχνη

το παιγνίδι, λέει, είναι χαμένο – σικέ

οι πραγματικοί αποδέκτες, λέει

πεθάναν στο παγκάκι κάποιας στάσης

κι εγώ, τι λόγο έχω…


απαντώ:


Τον δράκο πού΄χω μέσα μου

Παλεύω να σκοτώσω


Αν βγω νικητής

Τότε, θ’ασχοληθώ και με τους άλλους

Γυμνό μοντέλο (μονόλογος)




...Επιπλέω σε μια λίμνη, από θλιβερές φιλοδοξίες

Σωτήριον Ετος: ο βυθός

Το νερό γυαλί στον κομμένο λαιμό

Η επιφάνεια

Γύρισα το δάχτυλο επάνω σου

Σε ξαναθυμήθηκα

Σ’έχω ξαναδεί – είπα

Τον ξέρω εγώ τον βυθό

Αχτένιστο στοιχειό – παλιό ναυάγιο

Εγώ – ο βυθός


Η επιφάνεια

Ασάλευτος χρόνος

Σαν αιώνας αργόσυρτη

Και κάτω φολίδες, στο πέλμα

Ουρά ψαριού – παλμός

Και μάτι λύκου


Εγώ ο βυθός

Πτώση, κατάβαση, ακαμψία

Στραγγίζουν στο σώμα

Νυχιές και γδαρσίματα

Το νερό στους ώμους

Ιωάννης λεπίδι

Ασώματος – Σαλώμη

Εσύ


Το σώμα – εγώ

Αργόσυρτο σαν σύμπαν

Θρύμματα

Φλογισμένο σπέρμα – γυμνοί μετεωρίτες

Τα κομμάτια μου

Η πλάτη μου χαράζει – χάρτης

Το βλέμμα σου

Μαστίγια – σχίζονται, ματώνουν, πονάνε

Τα χείλη μελανά

Θα βρω τον τάφο μου άδειο

Φοβάμαι

Δείχνω τις τρύπες στα χέρια


Κάτοπτρο, είδωλο, τρόμος

Καθρέφτη καθρεφτάκι

Ποια είναι η πιο ωραία

Εγώ – το είδωλό μου

Εγώ – η εικόνα μου

Εγώ


Ηλεκτροφόρα σύρματα το δέρμα

Σπίθες κι αναθυμιάσεις το μέλλον

Εσύ

Τα δεσμά – εσύ

Εικόνα γυάλινη, νερένια, πέτρινη

Σώμα εύφλεκτο, ασετιλίνη

Το νόημα των κυττάρων μου χυμένο

Στα μελανοδοχεία σας

Η τέχνη, το βλέμμα, εσύ

Πουλιέμαι εγώ. Διατίθεμαι

Στο βωμό σας ουρά καπνού

Στ’ αγκίστρι σας δόλωμα

Στους τοίχους ξεπλυμένη, επίπεδη, ψηφιδωτή

Γρανίτης, μολύβι, διαβήτης, χάρακας

Κρεβάτι πράσινο νεκροτομείου

Κοπίδι, νυστέρι, κόκαλα, σφυριά

Βλέμματα σταλακτίτες

Βελόνες πεύκου ματωμένες

Αφηρημένες βελόνες πεύκου

Βουκέντρες

Στη ράχη του βοδιού

Στην κορφή μου


Είπα: δώσε μου μορφή (πνοή)

Γυμνοί αγκώνες – λαιμός

Λέπια σε ψυχή ψαριού

Κλειδώσεις, δάχτυλα, πλευρά

Χαραγμένα τετράγωνα, τοίχος

Πνοές, γέννες, τοκετός


«Πού είναι η μυτούλα σου μωρό μου;

Τ’ αυτάκι σου;

Η γλώσσα σου; Πού είναι η γλωσσίτσα σου;

Το κεντρί σου αγάπη μου – πού το’χεις κρυμμένο»;

Πονάω, το σώμα – εγώ

Ξεχνάω, ο χρόνος - εγώ

Η γεύση της αποσύνθεσης

Στα παιδικά μου όνειρα

Τα θέλω μου στ’ αγκίστρια

Ζεστά δολώματα στις ιερές μάχες

Και κλαγγές απ’ τα όπλα

Στο αναφιλητό – εγώ


Πού’ν’ η μυτούλα σου μωρό μου;

Το κεντρί σου αγάπη μου – πού το΄χεις κρυμμένο;

Τι κι αν δεν το φανερώνεις;

Τώρα πού’ναι ακόμη τόσο νωρίς...




(Απόσπασμα θεατρικού μονολόγου - τον οποίο προσπαθώ να γεννήσω.
Για γυναικεία ερμηνεία)



Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Υπο-ντροπή

Πάλι υποτροπίασα

Είδα δελτίο ειδήσεων...

Καλά να πάθω.....


Είμαι τόσο συγχισμένος που θέλω να χτυπήσω
το κεφάλι μου...



Φέρτε μου ένα σφυρί
μια βιαριοπούλα
έναν Μπαμπινιώτη
κάτι βαρύ τέλος πάντων....

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

Και καλά... Εγώ πώς θα καταλάβω ότι πέθανα;
Γιατί δεν βλέπω πια πολλούς γέρους στο δρόμο;

Τι τους κάνετε καλέ τους γέρους; ε;;;

ΕΙΜΑΣΤΕ Ο,ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΜΕ;

ΑΠΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ;;

Αλήθεια, ποιος «κάτω στον Πειραιά στα Καμίνια», τραγουδά σήμερα «στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή»; Ποιοι «μάγκες θα οργώσουνε τα Φάληρα – απόψε που υπάρχουνε τα τάληρα»; Και πώς θα τραγουδήσω αύριο στο παιδί μου «της μιας δραχμής τα γιασεμιά» - όταν δραχμή δεν θα ‘χει δει και γιασεμί δεν θα’χει μυρίσει ποτέ του;

Αλήθεια, σήμερα ο «Βας Βας Παρασκευάς» πόσα χιλιόμετρα απέχει από τον «κυρ Αντώνη» του Μάνου – κι ο «σχιζοφρενιής δολοφόνος με το πριόνιι – που δεν κωλώνιει», πόσες «καμαρούλες μια σταλιά» έχει καταστρέψει; Είμαστε ό,τι βλέπουμε (στην TV). Είμαστε ό,τι (και όπως) τρώμε. Είμαστε όμως και ό,τι τραγουδάμε;

Ει κύριος – όταν περνάς μπροστά από τον καθρέφτη να μη γυρνάς αλλού το κεφάλι ή να σβήνεις το φως. Ο καθρέφτης είναι πάντα εκεί – στον απέναντι τοίχο, χωρίς προκαταλήψεις και ειλικρινής. Μην κάνεις λοιπόν πως δεν τον βλέπεις – και μην κάνεις πως δεν ακούς τα «παρατράγουδα» τύπου «jet aime» ή ότι δεν σε αφορούν. Τα σουξεδάκια αυτά (κι εδώ θέλω να σταθώ) γράφτηκαν… για σένα!

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν… ο γάιδαρος» - ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά. Το παχνί δεν τ’άρεσε, ήθελ’ αρχοντιά… κι έτσι έγινε τραγουδιστής! Έναν τέτοιο γάιδαρο, όταν ήμουν στο Δημοτικό, μας πήγαν εκπαιδευτική εκδρομή για να τον δούμε, για πρώτη φορά. Από τότε, βλέπω πάρα πολλούς – μεταλλαγμένους, κυρίως στα ΜΜΕ. Αυτός βέβαια που εγώ είχα πρωτοδεί στο Δημοτικό, δεν τραγουδούσε. Οι σημερινοί δυστυχώς, το κάνουν – άδουν! Και βγαίνουν και στην τηλεόραση – σε εκπομπές όπως το jet aime. Και πουλάνε, πουλάνε σαν τρελοί. Και θέλω να υποβάλω – εκτός από τα σέβη μου, κι ένα δυο ερωτηματάκια: Αφού όλοι τ’αποστρεφόμαστε και κλείνουμε τα μάτια έκπληκτοι, σαν να είδαμε κατά λάθος γυμνή τη γυναίκα του φίλου μας – τότε πώς και πού πουλάνε; Αγοράζονται για πλάκα θα πει κάποιος. Γιατί όμως για πλάκα κύριος; Μήπως διαφέρουν πολύ από τα υπόλοιπα «σοβαρά» σουξέ της εποχής που ρυπαίνουν τον ζωτικό μας χώρο και θεωρούνται Ελληνικό τραγούδι; Εγώ αυτά τα παρατράγουδα προσωπικά τα βρίσκω και έξυπνα και εύστοχα και αρκετά … (tele)τουργικά! Και τούτο διότι έχουν (και αυτά, όπως και τ’αλλα) εκείνη τη σατανική ικανότητα να καταγράφουν τις οσμές και τους ρυθμούς της εποχής και του περίγυρού μας. Εκτός κι αν συμφωνήσουμε πως ό,τι έχει στην τσάντα του ο ταλαίπωρος ο μαύρος, δεν κάνει ούτε για ανακύκλωση. Έτσι κι αλλιώς τα ανακυκλώνουν οι ίδιοι οι συνθέτες που τα γράφουν. Και η τσάντα του δύσμοιρου του μαύρου τά’χει όλα: Θες κοινωνικό τραγούδι; Χτύπα Antzela! Θες πολιτικό; Τάδε έφη Θώδη! Θες ελαφρύ ημι-ποιοτικό; Τράβα Νίνο-Ρώτα. Θες λαϊκό; Πάρε Πετρέληδες – (αλήθεια, υπάρχει τραγούδι που να τραγουδά μόνος, χωρίς τους πολλαπλούς εαυτούς του); Θες κάτι πιο κλασσικό Σαν Ρέμο, χτύπα Πασχάλη (Τερζή). Θες τσικουλάτα τσικιτά, μπανάνα Τσικίτα, Σάντα Τσικίτα με τον Λογοθετίδη; Ο,τι γουστάρεις, το’χουμε. Μην ξηγιέσαι έτσι λοιπόν κύριος. Μόνο για πλάκα δεν αγοράζονται, όταν χτυπάνε κόκκινο στα top ten και στις τηλεθεάσεις. Τι – επειδή δεν βλέπονται ή (παρα)βλέπονται οι «ερμηνευτές»; Και με ρωτάτε εμένα αν έχω όρεξη να βλέπω νυχθημερόν την φάτσα αυτουνού… του… ή εκείνη την άλλη την… με το…

Γιατί λοιπόν τόση περιθωριοποίηση; Καρβέλας τάγραψε κι αυτά – έτσι φημολογείται τουλάχιστον! Επειδή και καλά κανιβαλλίζουν κάποιοι, στην καμπούρα κάποιων άλλων αφελών; Μήπως ξεχνάμε εκπομπές-τηλεδικεία με δημοσιογράφους-δημόσιους κατήγορους; Εκπομπές που κανιβαλίζουν live τον σπαραγμό ανθρώπων που ξανασυναντιόνται στο studio έπειτα από 150 χρόνια; Πρωινάδικα με live απόπειρες αυτοκτονίας και μάλιστα «μη πέσεις ακόμη – πάω σε διαφημιστικό κι επιστρέφω»; Δηλώσεις από χαροκαμένες χήρες κι ορφανά μέσα σε κηδείες και πάνω από φέρετρα; Βιντεάκια με αυταρχικούς αστυνομικούς, που επαναλαμβάνονται 5/sec; Reality fame academy dance story που ξεπουλάνε στον βωμό της AGB το ιερό δικαίωμα των νέων ανθρώπων για μία θέση στον ήλιο; Ή που ξεσκίζουν ανενδοίαστα τις σάρκες κάθε πικραμένου ψώνιου – που παρανόησε και παραπλανήθηκε, πάλι από εμάς; «Δήλωσε συμμετοχή – έχεις ταλέντο» έλεγε το σλόγκαν. Δεν έλεγε πουθενά πως αν τελικά δεν έχεις, θα σε σκίσουμε. Όλα αυτά λοιπόν, εμείς δεν τα καταναλώνουμε απενοχοποιημένα; Τον Παρασκευά βρήκαμε να σταυρώσουμε; Ο μέσος τηλεθεατής-καθρέφτης μας, είναι κι αυτός.

Από την άλλη, γιατί τόσο φτύσιμο και τόση απορία για την δημοτικότητα του «παρατράγουδου»; Μήπως επίσης δεν βοήθησαν οι «σοβαρές εκπομπές» σ’αυτό; Έτσι κι αλλιώς από πού τάμαθα εγώ αυτά τα άσ(θ)ματα; Από τις αναπαραγωγές τους στις σατιρικές και προβληματισμένες εκπομπές των μεγάλων καναλιών, που τα αναμετέδιδαν διαρκώς, δήθεν προς διαπόμπευση. Και το μόνο που κατάφεραν ήταν να ανατρέξω στην πρωτότυπη εκπομπή, και να καταλάβω γιατί εντέλει τα στήνουν στον τοίχο αυτά τα τραγούδια. Διότι κύριος, εδώ παίζεται μία μεγάλη και ουσιώδης λεπτομέρεια που κάνει την διαφορά: Πάνω από μία δεκαετία η βιομηχανία του σκουπιδοσουξέ μας πουλάει το «τίποτα» για μεταξωτές κορδέλες. Αυτή η εκπομπή κατάφερε να παρουσιάσει για πρώτη φορά το «τίποτα» ως … «τίποτα», με καθαρότητα και ευθύτητα, χωρίς φιοριτούρες και φλιναφλήματα – και το πουλάει. Γιατί, είναι ο καθρέφτης μας κι αυτή η διαφορά είναι η αιχμή του δόρατος που τον ραγίζει. Κι αυτό μας ενοχλεί, ή κάνουμε ότι μας ενοχλεί, γιατί εντέλει το (κρυφό)ακούμε – όπως τεντώνουμε το κεφάλι για να δούμε το πτώμα στην άσφαλτο – ή δακρύζουμε κατασυγκινημένοι μπροστά στην οθόνη, από μία live κηδεία επώνυμου!

Μην αναρωτηθείς λοιπόν ποτέ, για ποιον τραγουδά ο Παρασκευάς. Ο Παρασκευάς τραγουδά για σένα. Όσο για μένα, αν τύχει και με ρωτήσει κανείς: «τελικά, είμαστε ό,τι τραγουδάμε»; Η απάντηση πια, μου είναι πολύ εύκολη: «Ναι ρε – είμαστε…»!

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Το "δίτομο λεξικό Στιχουργικής"

Περιγραφή

Το να κάτσεις και να καταγράψεις με απόλυτη αλφαβητική σειρά 135.000 λέξεις που θα σου δώσουν 300.000 ομοιοκαταληξίες και να τις εκδώσεις σε δύο τόμους με 1.129 σελίδες με σκοπό να βοηθήσεις τους μελλοντικούς στιχουργούς τραγουδιών, πρέπει, χωρίς αμφιβολία να σαι "σαλταρισμένος". Αλλιώς πώς να εξηγηθεί αυτή η τεράστια εφιαλτική εργασία του Ανδρόνικου Τζιβλέρη που είχε την υπομονή να καταγράψει όλη αυτή την αράχνη με τις ομοιοκατάληκτες λήγουσες και παραλήγουσες. Φυσικά και είχε δίκιο ο Πολ Βαλερί λέγοντας ότι η εύρεση μιας νέας ομοιοκαταληξίας αλλάζει εκείνο που ήθελες να πεις, αλλά το ζητούμενο για τους σύγχρονους Έλληνες στιχουργούς των "προχωρημένων" τραγουδιών είναι αν έχουν κάτι να πουν περισσότερο από την ομοιοκαταληξία. Το βιβλίο του Τζιβλέρη ασφαλώς και είναι ένα βοήθημα, που παίζοντας έστω κανείς μόνο με τις ομοιοκαταληξίες μπορεί θαυμάσια να σκαρώσει ανάλαφρα στιχουργήματα όχι μόνο για χορούς και πανηγύρια (αφού η "καβγατζού ψιλικατζού, γνωστή και σαν φιγουρατζού το παίζει άλλοτε γλεντζού και άλλοτε σαν καφετζού"!) αλλά και να λύσει τα χέρια σε δοκιμασμένους τεχνίτες μια δύσκολη ώρα. Μπροστά σ αυτή την τεράστια εργασία ο "οδηγός ποιητικής διά να κάνει ο καθένας ποιήματα" του Ντίνου Μαυρέπη, που εκδόθηκε στα 1929, μοιάζει αστείος. Εκείνο που μένει αναπάντητο από τέτοιες εργασίες είναι με ποιο τρόπο εμπνέεται κανείς και πώς αποκτά και αξιοποιεί τη θεία δωρεά του ταλέντου για να φτιάξει πέντε πράγματα της προκοπής.
Όσο για τις πωλήσεις, θέλω να πιστεύω ότι αφού οι μισοί Έλληνες γράφουν τραγούδια, οι μισοί (από τους μισούς) να το αγοράσουν, θα ναι επιτυχία! (Μάνος Ελευθερίου)

Στην αυτο(α)δυναμία μου

Αγαπητό μου εκλογικό σώμα

Λαμβάνω το θάρρος να σου γράψω, διότι τώρα τελευταία (τον τελευταίο καιρό να το πω; - τα τελευταία είκοσι χρόνια να το πω;) διεκδικώ κι εγώ την αυτοδυναμία μου. Τον αυτοδύναμο έλεγχο στην διακυβέρνηση του εαυτού μου και της ζωής μου. Τώρα που έμαθες πώς το κάνουν, ελπίζω να κάνεις κάτι και για μένα. Διότι χάλια τα νεύρα μου, το ομολογώ, χάλια μαύρα. Όλα μου τα ποσοστά πεσμένα. Ούτε βήμα δεν μπορώ να κάνω αυτοβούλως, χωρίς να καταφύγω σε διάφορες συνεργασίες συνασπισμού. Χωρίς να αντιδράσουν οι δεύτερες σκέψεις της αντιπολίτευσης, στα πίσω έδρανα του μυαλού μου.



είναι πολλά τα λεφτά Αρη!


Γι’αυτό λοιπόν σου γράφω, εκλογικό μου σώμα, διότι το σώμα - μου κατ’ αρχάς, δεν το ορίζω. Η κούραση το ορίζει, η ατονία το διαφεντεύει, η εργασία κι η χαρά το χαίρονται. Με ενοίκιο το΄χω, όπως και το δυάρι. Το νοικιάζω το σώμα μου οκτώ ώρες την ημέρα στους εργοδότες, για να μπορώ να το ζήσω τις υπόλοιπες τέσσερις – γιατί τόσες μένουν. Αφαίρεσε οκτώ ώρες ύπνο και τέσσερις πέρα δώθε στη δουλεά – τι΄ναι ο κάβουρας τι’ναι το ζουμί του. Στο ζουμί μου ξεροψήνομαι σώμα μου, κι όλα αυτά γιατί; Για έναν καναπέ. Για να μπορώ να την αράξω το βράδυ ελεύθερος κι ωραίος και να κάνω ό,τι θέλω. Πτώμα σου λέω – πτώμα, στο πάτωμα.

Χρειάζομαι επειγόντως την αυτοδυναμία μου, για να μπορέσω επιτέλους να μπω σε σούπερ μάρκετ χωρίς συνταγή γιατρού, υπογλώσσια και πιεσόμετρο. Χωρίς δανεικά από μαμάδες, μπαμπάδες, θείες κι από εκείνη τη ρουφιάνα την πιστωτική. Που όλο την πληρώνεις, όλο την χρωστάς κι εκείνη όλο πιστωτική παραμένει. Να μπορώ να απλώνω το χέρι ανεπηρέαστος στο ράφι χωρίς να ακούω φωνές. Μέσα μου. Φωνές ζωηρές, σφριγηλές, στεντόρειες. Μη – όχι αυτό. Θα πάρεις εκείνο που το διαφημίζει κι η TV. Μα δεν θέλω εκείνο – εγώ θέλω αυτό. Ο-χι. Απαγορεύεται. Τηλεοπτικό θέσφατο. Δεν θα ψωνίσεις εσύ ό,τι γουστάρεις. Τσάμπα χώνουμε τόσα χρήματα στα σποτ; Εδώ έχει χυθεί αίμα, έχει αποδεκατιστεί κοσμάκης γι’αυτό το ράφι, για να μπορείς εσύ ελεύθερος να στέκεσαι μπροστά του. Εικονοστάσι να το κάνεις. Αγία λαϊκή αγορά του ραφιού. Μνημείο πεσόντων. Αμήν!

Διανύω την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου εκλογικό μου σώμα κι ακόμα αναρωτιέμαι: εγώ, πότε θα εκπροσωπηθώ; Γιατί νοιώθω το πολιτικό μου στίγμα σαν τον τσελεμεντέ; Παίρνουμε στήθος από ΠΑΣΟΚ, ολίγο μπούτι από ΝΔ, τα σοτάρουμε με σάλτσα Παπαρήγα και τ'αφήνουμε να σιγοβράζουν για δύο αιώνες στους εκατό βαθμούς ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Πότε θα πάψει η πολιτική μου ταυτότητα να μυρίζει ταραμοσαλάτα; Πότε ένα κόμμα θα με εκφράσει απόλυτα, ακραιφνώς και με συνέπεια; Να πω ρε παιδί μου, αυτό είναι κόμμα για μένα, να το χαρώ. Πότε θα ξυπνήσω από το κώμα πού΄χω πέσει; Χωρίς να αλληθωρίζω το΄να μάτι δεξιά, τ’άλλο αριστερά κι η μύτη μου πού είναι; Δεν την βλέπω; Πρέπει να εκπροσωπηθώ κι εγώ στη ζωή – τα ποσοστά μου μέσα. Ποιος είσαι εσύ που θα με πεις μειοψηφία;

Θέλω να ανοίγω το ραδιόφωνο και να νοιώθω ότι εκπροσωπούμαι. Ελληνικό τραγούδι, δεν είναι τα χάρτινα σουξεδάκια της εποχής με την χρυσόσκονη. Ελληνικό τραγούδι, είναι άλλο πράμα, πιο πέρα, πιο κάτω. Είναι, όπως βλέπεις αυτά τα σουξεδάκια, θα τραβήξεις ευθεία μπροστά μερικά χιλιόμετρα, μετά θα στρίψεις αριστερά, μετά δεξιά και θα τα βρεις απέναντι, φάτσα. Δεν είναι δύσκολο, αλλά είναι άσχημος ο δρόμος, κακοτράχαλος. Όλο λακκούβες και σαμαράκια. Θέλει ζοριλίκι για να πας, δεν είναι για βολεψάκηδες.





-Δηλαδή, πόσα πολλά;



Θέλω να ανοίγω την τηλεόραση και να εκπροσωπούμαι ανά πάσα στιγμή. Δεν θέλω να πατάω υστερικά το κουμπί γυρνώντας κανάλια. Πρέπει να βρω το κανάλι μου, σ’αυτήν τη Βενετία της TV. Θάνατος στη Βενετία, στην πλήξη και την ανία. Θάνατος στη βλακεία και την σαχλαμάρα. Πού βρίσκομαι όμως, σύμφωνα με τον χάρτη της AGB; Ούτε στα «λοιπά»;

Γι’αυτό σου λέω σώμα μου, χρειάζομαι επειγόντως την αυτοδυναμία μου. Πότε θα καταφέρω επιτέλους να κυβερνήσω ανεπηρέαστος τον εαυτό μου; Γιατί το΄χω ανάγκη, το τραβάει ο οργανισμός μου αγαπητό μου εκλογικό σώμα. Την έχω αυτήν την κακή συνήθεια – κακά τα ψέματα. Θέλω να’μαι κύριος του εαυτού μου. Τι ζητάω ο χριστιανός; Να μπορώ να πω «εδώ είμαι» - παρόν. Να μπορώ να αντιδράσω, να λάβω μέρος, να ακουστώ. Να τύχει να με ρωτήσει κάποιος υπεύθυνος – λέμε τώρα, και να μπορώ να απαντήσω χωρίς να κινδυνεύω να χαρακτηριστώ ταραξίας και κουκουλοφόρος. Γιατί αυτήν την κουκούλα, άλλοι μου την φόρεσαν, να το ξέρετε. Άλλοι με κουκούλωσαν και με καπέλωσαν. Άλλοι μου βάλαν τον σιγαστήρα στη γλώσσα και τον αναπνευστήρα στο στόμα – και πρέπει επιτέλους να τα αποτινάξω από πάνω μου. Τόσα χρόνια σκλαβιάς – κανείς δεν την αντέχει.

Διεκδικώ αυτοδύναμη την συνείδησή μου. Ακέραιη, ολόκληρη, χωρίς να με νοιάζει αν ο σκύλος είναι χορτάτος. Ακέραιη συνείδηση χωρίς ψαλιδίσματα, καψαλίσματα, κραδασμούς και ρεύματα από ανοιχτά παράθυρα. Θέλω να μπορώ να μην παρατυπώ. Να μην αναγκάζομαι να σπρώξω, προκειμένου να προχωρήσω, σαν σφάγιο. Να μην έρχομαι στην δυσάρεστη θέση να αντιστέκομαι όταν με σπρώχνει ο διπλανός, σ΄ένα ανελέητο ντόμινο.

Θέλω να βγαίνω στη πόλη και να βλέπω ανθρώπους χαμογελαστούς – μπορώ; Να μην κοιτώ την ημερομηνία και να αναρωτιέμαι ποιοι κυκλοφορούν σήμερα; Οι θλιμμένοι; Οι αγέλαστοι; Οι τσατισμένοι; Οι φοβισμένοι; Κι εγώ εντέλει σε ποιους ανήκω; Πού κατατάσσομαι; Τι λέει ο καθρέφτης μου; Με ποιους κυκλοφορώ σήμερα; Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ γιατί ποτέ να σ’αποκτήσω δεν μπορώ. Αμήν!

Δεν διεκδικώ το δικαίωμά μου να’χω δικαιώματα, αγαπητό μου σώμα. Ασ’το αυτό. Ψιλά γράμματα. Βρώμισε κι όλας. Όσα πάνε κι όσα έρθουν – καλή καρδιά! Διεκδικώ το δικαίωμά μου να μπορώ να διεκδικώ τα δικαιώματά μου αυτοδύναμα. Να ξέρω ότι τά’χω κι ας μη τα χρησιμοποιήσω ποτέ βρε αδερφέ. Αλλά να ξέρω ότι υπάρχουν. Όχι σαν την Ατλαντίδα. Θέλω σίγουρα πράγματα. Να τά΄χω, να τα βλέπω και να τα χαίρομαι. Να μη μου τα πειράζει και να μη μου τα υποβαθμίζει ουδείς. Να τα πιάνω στα χέρια μου, να τα βγάζω στον ήλιο να λιάζονται, να τα πηγαίνω βόλτα. Να τα χώνω στο ψυγείο, στην κατάψυξη και να τα συντηρώ όσο θέλω κι όπως θέλω εγώ.

Αυτήν την αυτοδυναμία διεκδικώ αγαπητό μου εκλογικό σώμα. Να μπορώ να ασκώ τα δικαιώματά μου, χωρίς να είμαι αναγκασμένος να καταφεύγω σε λύσεις συνεργασίας, προκειμένου να την βγάλω – τουτέστιν πίσω πόρτες, κρυφοφιλήματα, ρουσφετάκια, φακελάκια. Και σε τελική ανάλυση, γιατί πρέπει να συνεργαστώ. Φτάνει πια. Δεν θέλω άλλο να το κάνω – δεν συνεργάζομαι. Κι ας μαζευτούμε μια φορά οι μη αυτοδύναμοι. Ας δώσουμε ένα κοινό παρόν. Να μετρηθούμε ρε παιδί μου. Να δούμε πόσοι είμαστε. Κάνουμε κόμμα; Βγάζουμε έδρες; Μπαίνουμε στη Βουλή; Θα μας εκπροσωπήσει κανείς ή θα’μαστε εσαεί μια αόριστη μειοψηφία;

Διότι, κακά τα ψέματα, εκλογικό μου σώμα, αφού καταφέραμε να βγάλουμε αυτοδύναμη κυβέρνηση, γιατί όλοι έχουμε την αίσθηση, ότι εμείς είμαστε από τους άλλους – από τους λίγους; Από αυτούς που εντέλει δεν εκπροσωπούνται πουθενά κι από κανέναν; Μήπως, αν μαζέψουμε ο καθένας την προσωπική του «μειοψηφία» - λέω μήπως, πάψουμε να είμαστε ένα κόμμα με δεκαδικούς;

Εναρκτήριον

Χαίρε Πομπηία

Επιτέλους ήρθα...



Καλώς σας βρήκα!