Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Μέσα είμαι ...

Μπήκα για λίγο πάλι στο blog μου, με μια απ’ αυτές τις δύσμοιρες χρονοκάρτες και μ΄έπιασε θλίψη. Εγκατάλειψη και σκότος. Τι κλεισούρα, τι σκόνη, τι παραφωνία…

Μια που μπήκα, κι ήρθα αμέσως καταπρόσωπο αντιμέτωπος με τη νοσταλγία. Η οσμή του στάσιμου, μου ερέθισε τη μύτη. Η όψη του τραυματισμένου σχηματίστηκε αμέσως, στους ιστούς μιας αυτοκράτειρας αράχνης που δεσπόζει τώρα στο blog μου.

Ένοιωσα αμέσως την ανάγκη ν’ανοίξω τα παράθυρα, να μπει λίγος ήλιος, καθαρό αεράκι, η αύρα του καλοκαιριού και του κύματος, που γλύφει το βότσαλο και ψήνει την άμμο στην ρυθμική ξεψυχισιά της θάλασσας. Καλοκαίριασε! Άναψα τα λιγοστά μου φώτα στο φτωχό μου blog, να φανεί δυνατό, να δηλώσει παρών – κι ακροβατώ στην κόψη, ανάμεσα στη χλωμάδα του φωτός με τη βαθειά κι οριστική σκιά.

Λίγα λουλούδια στο βάζο κάποιας γωνιάς, μαραμένα κι αυτά. Τ’άλλαξα. Τα πότισα. Μύρισαν κι όλας. Καλοκαίρι! Έκπτωτοι άγγελοι, εξόριστοι, φτεροκοπούν ήδη, απ’ τ’ανοιχτό παράθυρο, γύρω από τη λάμπα στην μέση του ταβανιού. Πόρτες παράθυρα ορθάνοιχτα κι εγώ οκλαδόν στο υγρό τσιμέντο του άδειου blog, κοιτώ τους τοίχους. Άσπροι με ραφάκια. Άδεια ράφια, ξύλο, μ’αυτό το τσιγκελάκι από κάτω, να τα στηρίζουν στο σοβά. Αλλιώς το περίμενα – αλλά αφού ξέρω να περιμένω…

Η θλίψη δεν ήρθε απρόσκλητη. Πριν τέσσερις μέρες, είχα γιορτή. Το όνομά μου – στις 17 του Μάη. Και πριν εννιά μέρες, είχα κι άλλη γιορτή. Τα γενέθλια. Στις 12 του Μάη. Αλλιώς τα φανταζόμουν. Γιορτινά, φαντεζί. Με τον χώρο μου γεμάτο κόσμο, φίλους και ευχές. Με δώρα και χρωματιστές τις νότες. Ας είναι. Γιορτή, θα κάνουμε και του χρόνου. Και θα σας καλέσω όλους. Και θα σας μαζέψω όλους, σ’αυτόν τον μικρό μου χώρο, να του δώσουμε να καταλάβει, καταπώς του αρμόζει.

Όσο για τώρα, ας είναι κλειστό το μικρό μου blog. Μη σας ξεγελάει. Μέσα είμαι. Αν κοιτάξετε από την φθαρμένη χαραμάδα της τσακισμένης γρίλιας, θα με δείτε. Κάτω από την αμυδρή φλόγα του κεριού και τον ασθενικό ήχο του ραδιοφώνου. Καπνίζω. Καίω το τσιγάρο μου και φυλλομετρώ τις αναμνήσεις και το παρελθόν μιας ζωής. Μιας ζωής όλο στροφές, και που και που λίγες ευθείες, να λαμπυρίζουν στις λίμνες του ήλιου, στα ψηφιδωτά της ασφάλτου.

Κι αν θελήσετε να μπείτε, μη διστάσετε. Μόνο χτυπήστε. Χτυπήστε την πόρτα. 38 φορές. Μέσα είμαι…