Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Ο Μίμης Πλέσσας στο πιάνο

σ'ένα πασίγνωστο τραγούδι

με έναν τρόπο που δεν ακούμε συχνά.

video

Μου άρεσε...

ακούστε το...

Σάββατο, 03 Ιανουαρίου 2009

Ακουσον, άκουσον ... !

Μια κι όπως φαίνεται

δεν θα καταφέρω για αρκετό καιρό

να συμμετέχω ενεργά

με κάποιο κείμενο

- ως γνωστό υποκείμενο,

θα σας τα λέω τραγουδιστικώς.

Αντι εμού, για αρχή

ακούστε αυτό...

video

Μ.Χατζιδάκις-Ιακ.Καμπανέλλης ''Ο σιδεράς''

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

2 0 0 9

Τις θερμότερες ευχές μου

σε όλους του αγαπημένους φίλους

εντός ή εκτός blog

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Υγεία, δημιουργία και εμπνευση !!!

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

έτσι, γιατί μ'αρέσει...

ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΛΗΣΤΗΣ

Μ.Χατζιδάκις - Ν.Γκάτσος

video

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ...

Ενα σπάνιο θεατρικό ντοκουμέντο

Θέατρο ΚΑΠΠΑ

"Η Ανταπόκριση" του Ούγκο Μπέτι
1983/4

Ν.Κούρκουλος, Γ.Μιχαλακόπουλος, Κ.Βασιλάκου, Γ.Μοσχίδης και η Ελένη Κούρκουλα σε πρώτη θεατρική εμφάνιση

{Αποσπάσματα}

Μέρος 1ο
video

μέρος 4ο
video

Μέρος 6ο
video

μέρος 7ο
video

μέρος 8ο
video

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Περί έντεχνου… ψεύδους


Τις προάλλες σε κάποιο έντυπο, διάβασα δηλώσεις του – συμπαθέστατου κατά τ’άλλα κυρίου Γιάννη Κότσιρα, περί του έντεχνου ή μη ελληνικού τραγουδιού. Αχ πώς πονάει! Αχ και πώς πονάει.!
Μεταξύ άλλων λοιπόν ο κύριος Κότσιρας, αρνείται ότι το έντεχνο υπάρχει ή υπήρξε ποτέ. Αντιθέτως, υπάρχει καλό ή όχι λαϊκό τραγούδι. Επίσης ότι ο κύριος Ρέμος έχει δανειστεί τραγούδια-επιτυχίες του, όπως το «τσιγάρο» - κι αντίστοιχα, θα μπορούσε (κι ο Κότσιρας) να’χει πει τραγούδια του Ρέμου. Επίσης, την εποχή που τα cd του πουλούσαν 170-200.000 αντίτυπα, ο ίδιος ερμήνευσε Θεοδωράκη και «άξιον εστί» και τέλος ότι οι εμπορικότεροι τραγουδιστές είναι ο Γιώργος Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξίου και ο Γιάννης Πουλόπουλος (κυρίως λόγω <Δρόμου>). Γιαννάκη Λεβεντόπαιδο, Γιαννάκη ομορφόπαιδο, παμπόνηρε και παραμυθατζή – που θα’λεγε κι ο μετρ.
Αυτά αποθησαύρισα από την συνέντευξη– αν τα θυμάμαι και καλά βέβαια. Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχουν τόσο οι δηλώσεις, όσο το έντεχνο… ψεύδος, περί εντέχνου γενικότερα.
Παίρνοντάς τα ένα ένα να πούμε ότι, είναι πια κοινό μυστικό πως οι «όροι» στην τέχνη θεωρούνται και νοηματοδοτούνται από τους δημιουργούς-νονούς που τους πρωτοπαρουσιάζουν και τους λανσάρουν» κι ας μη κάνουμε το λάθος να τους συγχέουμε απόλυτα με την αυστηρή τους ακαδημαϊκή «σημασία» ετυμολογία. Αυτό κατ’αρχάς, εις απάντηση αυτών που αφελώς αναφωνούν: «έντεχνο; Μα τι θα πει έντεχνο; Και οι άλλοι δηλαδή τι έγραψαν, άτεχνο;».
Ο πρώτος που χρησιμοποίησε, αν θυμάμαι καλά, τον όρο, ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις όταν παρουσίασε στο Αθηναϊκό κοινό τη μουσική και τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, στη δεκαετία του 50. Και χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να διαχωρίσει βεβαίως τη μουσική του από τον Τσιτσάνη και το Ρεμπέτικο, μα όχι μειωτικά, όπως πολλοί θέλουν να του καταλογίσουν. Απεναντίας, το εκτιμούσε, το ζήλεψε και δανείστηκε στοιχεία του πολλάκις. Ωστόσο, έθεσε τον όρο έντεχνο, για να περιορίσει τη δική του μουσική, η οποία απέχει από την μουσική μας παράδοση, κάτι που δεν συνέβαινε με τον Τσιτσάνη και το λαϊκό του τραγούδι ως φυσική συνέπειά της. Για την ιστορία, το πρώτο έντεχνο τραγούδι που μπορώ να θυμηθώ, είναι το «χάρτινο το φεγγαράκι» από τα μέσα της δεκαετίας του 40 και την παράσταση του Κ.Κουν «Λεωφορείον ο πόθος».




Εκτοτε, έχουν γραφτεί λαϊκά τραγούδια κολοσσοί όπως και σκουπίδια (Ινδικά ή εγχωρία) και αντιστοίχως, τεράστια έντεχνα όπως και κουρελαρίες! Ποιος χαρακτήρισε ποιοτικό (μόνο) το έντεχνο και το λαϊκό σώνει και καλά δευτεράντζα;
Αυτά τα λίγα ακροθιγώς, περί των δύο μεγάλων τάσεων που ταλανίζουν το Ελληνικό μας τραγούδι. Λαϊκό εναντίον έντεχνου λοιπόν και τούμπαλιν. Υπαρκτά και τα δύο. Ακμαία και τα δύο κι απόλυτα λειτουργικά στις εποχές και στο βίωμά μας. Τα νοιώθουμε, τα ακούμε, τα βρίσκουμε και τα δύο μέσα μας να αλληλοσυμπληρώνονται - και τον Βασίλη και τον Μάρκο και τον Μάνο κ.λπ. Πώς θα ακυρωθεί η ιστορία με δηλώσεις και αλχημείες που στόχο έχουν το ίματζ (την εικόνα μας) και την (έστω ερήμην μας) κονόμα μας;
Κι ερχόμαστε να απαντήσουμε (;) στον καλό μας φίλο τον Γιαννάκη τον Κότσιρα και να του πούμε: Βρε Κότσιρα, ο Ρέμος και η τρελοπαρέα του, όταν έχουν να γεμίσουν μαγαζιά 1000-2000 νοματαίων κάθε βράδυ, όχι το έντεχνο, αλλά και το «Υπερμάχω» θα άδουν, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στην πλειοψηφία. Βεβαίως θα κινηθούν με θαυμαστή ευλυγισία από Φοίβο-Καρβελα ως Μπετόβεν κι από Βαμβακάρη ως Κότσιρα. Το ζητούμενο είναι, εσύ κύριε (Κότσιρα) γιατί δεν είπες Ρέμο; Και γιατί έπειτα από τις μεγάλες επιτυχίες σου, ερμήνευσες Θεοδωράκη (Άξιον εστί) και όχι Θεοφάνους ή Φοίβο, αφού το έντεχνο δεν υπάρχει; Γιατί είπες την «Αλεξάνδρεια» και όχι το «πες μας τι πίνεις»; Γιατί τρέχεις στα Ηρώδεια και στ’άλλα παλιονταμάρια και όχι σε μαγαζάρες όμως το Αθηνών (ή Αθηναίων) Αρένα; Και γιατί έκανες ξανά επιτυχία με το «πρώτη φορά» της αξέχαστης Ρ.Κουμιώτη ή με την επανέκδοση του «δρόμου»; Απροπό – ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι εμπορικός λόγω «Δρόμου»; Κι ο Γλέζος με τον «Λόρκα»; Ο Π.Νερούντα με τον «Εμιλιάνο Ζαπάτα»; Ο Μαμαγκάκης με το «11 λαϊκά του Γ.Ρίτσου» και την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη; Ο Γ.Σπανός με τις Ανθολογίες; Ο υπόλοιπος Πλέσσας; Το ότι ο Μίμης Πλέσσας έγραψε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» δεν σημαίνει πως έγινε και λαϊκός συνθέτης, για να’χεις εσύ έρισμα να επανεκδώσεις τον «Δρόμο»! Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Χατζιδάκι και το «είμαι αετός χωρίς φτερά», για τον Μ.Λοϊζο και το «δεν θα ξαναγαπήσω» με τον Καζαντίζη κ.λπ. κ.λπ.
Εντέλει, γιατί δεν επανεκτέλεσες Απόστολο Καλδάρα, Γιώργο Μητσάκη ή Ζαμπέτα; Δεν είναι σπουδαίοι αυτοί; Είναι και παραείναι, Εσύ δεν είσαι λαϊκός Γιαννάκη μου. Και δεν είσαι λαϊκός, γιατί είσαι έντεχνος Γιαννάκη μου, όπως και να χτυπά αυτό στο μυαλό σου. Όσο και να θέλεις να αποποιηθείς του όρου, προκειμένου να διευρυνθούν τα όρια του κοινού σου και της εικόνα σου. Δυστυχώς όμως, αυτά δεν αλλάζουν με δηλώσεις του νόμου 105, ούτε με δηλώσεις μετανοίας.
Η γυναίκα του Καίσαρα, δεν αρκεί να είναι (ή να λέει ότι είναι) λαϊκιά, πρέπει να της φαίνεται κι όλας. Οπότε… «λέγε ό,τι θες, λέγε…» …

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

...απόσπασμα...

...


Επιπλέω σε μια λίμνη από θλιβερές φιλοδοξίες. Το μυαλό μου μύλος από αγκίστρια, ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, σκέφτηκε. Η Λουΐζα φόρεσε και πάλι τα μαύρα γυαλιά. Έσφιξε το τιμόνι. Η διαδρομή με τ’αμάξι σαν καρτ-ποστάλ. Τριγύρω εκτάσεις από καλοταϊσμένα δένδρα, στρογγυλοκαθισμένα μες στον εγωισμό τους, πάνω στον λαιμό του χρόνου, βαριά. Ανάμεσά τους ξεχυνόταν ο δρόμος, φίδι υστερικό. Πράσινη άσφαλτος και σκιές. Που και που λίμνες ήλιου, θάμπωναν το βλέμμα της, το έτσι κι αλλιώς αλλού. Πού αλλού; Ο Στέφανος.
Όχι μακρυά απ’την πρωτεύουσα. Όχι, δεν θα παραιτηθώ, είπε. Μια παρένθεση είναι, είπε. Δύο άγκιστρα και μέσα αέρας. Αέρας φρέσκος, στρογγυλός αέρας, τροφαντός με τρυπίτσες, με στίγματα, όπως έρθει κι όπως κάτσει. Το σπίτι στοίχισε αρκετά. Το ήθελε δίπλα στη θάλασσα. Όπου να’ναι, αλλά θάλασσα, είχε πει. Να – αυτό θα βάλει στην παρένθεσή της, θάλασσα κι αλμυρό νερό. Το μεθυσμένο φίδι του δρόμου μακρύ. Σερνόταν δεξιά και πάλι αριστερά, συνέχεια και συνέχεια. Η Λουΐζα, άφηνε πίσω της ιστορία. Ο Στέφανος.
Νεράιδα λεγόταν το μέρος. Το είχε δει, της έκανε. Στην παγκόσμια τράπεζα βιωμάτων, είχε κι αυτή μια μικρή θυρίδα ζωής. Την κλείδωσε πίσω της κι έφυγε. Το σπίτι τής άρεσε με το πρώτο. Λιτό, εξοχικό. Αγκαλιασμένο από αρκετά μεγάλο κτήμα, χώμα και λίγα δένδρα. Πατούσε στη θάλασσα από το πίσω μέρος, μ’ ένα μικρό διάστημα ενός κήπου. Ο μεσίτης, η αγγελία, οι φωτογραφίες. Μια που το είδε και τ’αγόρασε αμέσως. Και τώρα είναι δικό της. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι. Δικό της! Κάποιος, κάπου, κάποτε, έστησε σ’ ένα κομμάτι γης τέσσερις πασσάλους, τους έφερε βόλτα με σύρμα χοντρό και είπε: αυτό είναι δικό μου! Αυτή η γης τώρα μου ανήκει. Ο δεύτερος, δεν έφερε αντίρρηση και συρματόπλεξε ακριβώς δίπλα. Έπειτα ο τρίτος. Η Λουίζα τώρα έχει κι αυτή κάτι δικό της. Αλήθεια, ποιο νούμερο της αντιστοιχεί;
Όταν ο Στέφανος έκλεισε πίσω του την πόρτα στην Αθήνα, εκείνη λύγισε τα πόδια κι έκλαψε πικρά. Όχι, δεν έφευγε εκείνος. Εκείνος θα ξαναρχόταν. Εκείνη θα’φευγε. Το κεντρί του φιλιού του, είχε γίνει αβάσταχτο. Το μέλι κέρωσε. Ο εγωπαθής χτύπος της πόρτας, ήταν ο τελευταίος. Η Λουΐζα το’ξερε, το’νοιωσε αμέσως. Τα συμβόλαια του σπιτιού ήταν έτοιμα από καιρό. Δεν του’χε πει τίποτα. Δεν έμενε παρά να πάρει τα κλειδιά μαζί της και λίγα ρούχα. Ούτε ρούχα. Μόνο τα κλειδιά πήρε και βάρεσε πίσω της την πόρτα με την ίδια δύναμη, με τον ίδιο εκείνον εγωπαθή χτύπο. Άγκιστρο πρώτο. Παρένθεση.
Η κουτσή ξύλινη επιγραφή και αφυδατωμένη με το επικό: ΠΡΟΣ ΝΕΡΑΙΔΑ, φάνηκε στο τέλος μιας ευθείας. Η Λουΐζα δεν τις μπορούσε τις ευθείες, τρελαινόταν. Λίγες στροφές ακόμα κι έφτασε. Αλήθεια, πώς φτάνει κανείς; Το καταλαβαίνει; Πονάει;


...


{Απόσπασμα από κάτι που ετοιμάζω εδώ και καιρό. Πόσο θά'θελα να ακούσω γνώμες για την γλώσσα και το ύφος του κειμένου... Θα με βγάλετε από ένα αδιέξοδο! Μόνο - προς όσους με τιμήσουν με τα σχόλιά τους - θέλω ν'ακούσω αλήθειες!}