Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015



2.

Μωρούλια μου, καλησπέρα. Πάλι δεν είχα ύπνο προχτές κι άπλωσα το χέρι στο μαύρο βιβλίο. Εγώ από το μαύρο αυτό βιβλίο διαβάζω ιστορία. Η ιστορία είναι το φαί μου, αλλά δεν το τρώω όλο… θέλω να πω, ότι είναι πολλά πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Προσπαθώ, αλλά αδυνατώ. Γι’αυτό, παρά το ότι είναι το φαί μου, δεν την τρώω. Εγώ την ιστορία τη ρουφάω!
            Ρούφα, ρούφα ιστορία όμως, σε συνδυασμό κιόλας με αυτά που γίνονται σήμερα, σού’ρχεται ο ντουβρουτζάς και τα βλέπεις όλα στραβά κι ανάποδα. Βέβαια δεν είναι κακό να τα βλέπεις τα πράγματα κι από την ανάποδή τους. Οι άραβες δηλαδή που διαβάζουν και γράφουν ανάποδα, από δεξιά προς τα αριστερά, τι είναι, χαζοί είναι; Όταν ονόμασαν τη διώρυγά τους zeus, δηλαδή Δίας, φταίνε αυτοί που εμείς το διαβάσαμε Suez, αγνοώντας ότι αυτοί γράφουν ανάποδα; Ή διαβάζουμε εμείς ανάποδα κατ’ αυτούς; Και ποιοι τέλος πάντων γράφουν σωστά, αυτοί που είναι Άραβες ή εμείς που δεν είμαστε Άραβες; Να κάτι ερωτήματα που πρέπει να λύσω, κατάλαβες; Κάπου εκεί χάνω τον ειρμό μου. Και δεν έχω και το ντοκουμέντο. Με κάμερα και ένα μικρόφωνο να το εξακριβώσω ο εγώ ο ίδιος το συμβάν, κατάλαβες; Γραπτά, τι να φτουρήσουν.
Πάνω σ’ ένα άσπρο χαρτί, με μαύρα γράμματα να χοροπηδάνε από τη νύστα, τι κατάσταση να φτιάξεις μόνος σου; Υστερεί, σου λέω, πίστεψέ με. Έχεις τη φαντασία σου, θα σου πει άλλος. Κέντησε τα γεγονότα με τη στοιχειώδη ζωηράδα, μόνος σου. Τι να πρωτοκάνεις μόνος σου, Παναγία μου! Μη τα θέλετε κι όλα δικά μας! Να φτιάξουμε καφέ, να κάνουμε μπάνιο, να ντυθούμε, να γδυθούμε, να ξαπλώσουμε. Να θυμηθούμε σε ποια σελίδα το αφήσαμε εχτές. Μαζεύονται πολλά για ένα βράδυ. Τι να σου κάνει κι αυτή η φαντασία; Φαντασία είναι, δεν είναι η Walt Disney.
Η walt desney κατά βάθος ήταν άνθρωπος, ξέρετε . Είναι δηλαδή και ταινίες αλλά είναι και αυτός ντε, που έκανε τα σκίτσα να κουνιούνται και να λένε αστεία, ο μπαμπάς του Μίκυ Μάους; Αυτός!  Που κι αυτός, ο Disney δηλαδή, από την πολλή φαντασία που είχε, έφτιαξε το ανυπέρβλητο fantasia το 1940 για να μείνει στην αθανασία, αλλά ο ίδιος πέθανε. Πέθανε το 1966 από ανακοπή της καρδιάς επειδή ήταν καρκινοπαθής και κάπνιζε σαν αράπης. Γιατί από ανακοπή πήγε κι ας είχε καρκίνο, πρόλαβε και σταμάτησε η καρδιά και τον έκαψαν δύο μέρες μετά. Διότι τό ‘καψαν το σώμα του, μην ακούτε αυτά που λένε ότι πήγε από κατάψυξη. Ότι και καλά τον πάγωσαν για να τον ξεπαγώσουν – τι είναι, χταπόδι; - όταν, τάχα μου, η επιστήμη θά ’χει ανακαλύψει το φάρμακο του καρκίνου. Τι να το κάνει το φάρμακο του καρκίνου; Από την καρδιά του λέμε ότι πήγε ο άνθρωπος. Αυτά τώρα πόση φαντασία πρέπει να’χεις για να τα καταλάβεις όλα μαζεμένα; Πάντως στην κηδεία του δεν πήγε ούτε ο Μίκυς, ούτε ο Γκούφη. Το είδα εγώ στην τηλεόραση.
Γιατί είπαμε, είναι και που δεν είχαν τηλεοπτικές κάμερες και μικρόφωνο, ρε παιδί μου, εκείνες τις εποχές τις πιο παλιές. Ένα ρεπορτάζ, ένα αποκλειστικό, έναν Φρέντυ Γερμανό τέλος πάντων που να μου δείχνει τα πρόσωπα της ιστορίας να μου μιλάνε, έστω και ασπρόμαυρα. Θέλω ζωντανά πράγματα εγώ, όχι μόνο φωτογραφίες, γραμματάκια και μπλα-μπλα. Γιατί μην κοιτάτε που υπάρχει αυτή η αντιγερμανική προπαγάνδα πάλι, λόγω των ημερών, όλες οι εποχές τον χρειάζονται το Γερμανό τους. Το Φρέντυ, όχι τον άλλο. Γιατί ο Γερμανός, ο άλλος όχι ο Φρέντυ, έχει κι αυτός τα δίκια του. Σου λέει, ρε φίλε, για να μπορέσω να αναπτυχτώ, θέλω να απλώνω τα ποδάρια μου, δεν μπορώ να κοιμηθώ εγώ σε κασελοντίβανο, θέλω διπλό κρεβάτι φαρδυ-κώλικο. Να νοιώθω κυρίαρχος, αλλιώς πώς θα σου φτιάξω Γκαίτε, πώς θα σου φτιάξω Νίτσε, πώς θα σου φτιάξω Μπετόβεν. Κουφός, θα μου πεις. Κουφός-ξεκουφός, εγώ τον έφτιαξα. Εσύ τι έφτιαξες; Εμείς πάλι σε κουφό, δεν έχουμε κάτι. Έχουμε όμως σε τυφλό. Τον Μπαγιαντέρα. «Σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει» κ.λπ  Μη τα ισοπεδώνουμε όλα.
            Γιατί κι εμείς, αν αφήσουμε το μυαλό μας να φτερουγίσει, έτσι ξεμυαλισμένοι που είμαστε, μπορεί να φτάσει μέχρι και την επανάσταση. Τότε που μας είπαν «κάνουμε επανάσταση» κι εμείς πήραμε τα καριοφίλια και κάναμε γιούρια. Για να διώξουμε τον Τούρκο, τότε παλιά, κάτι θυμηθήκατε, είμαι σίγουρος. Τότε λοιπόν, οι πρωθυπουργοί που τους λέγαν και Κυβερνήτες, ήταν δυσεύρετοι, δεν είναι όπως σήμερα, δέκα στον παρά. Γι’αυτό και φέραμε απ’ έξω τον Καποδίστρια. Όχι πως δεν είχαμε δικούς μας να βάλουμε, δηλαδή κι ο Καποδίστριας δικός μας ήτανε, αλλά ήταν και του εξωτερικού και όπως και να το κάνουμε άλλο κύρος έχει, ρε παιδί μου «ο απέξω». Τον φέραμε λοιπόν, του είπαμε κυβέρνησε και μόλις πήγε να κυβερνήσει βγάλαμε τα κουμπούρια και τον μπουμπουνίσαμε, διότι δε μας άρεσε ο τρόπος του. Ρε φίλε, αφού είχες δικούς σου τρόπους να κυβερνήσεις, τι τον ξεσήκωσες τον άνθρωπο και τον έφερες τόσες ώρες δρόμο; Αλλά τέτοιοι είμαστε. Όλα δικά μας. Έχουν άδικο λοιπόν οι ξένοι που όλο ανακατεύονται; Είδαν κι απόειδαν οι Γερμανοί ότι εμείς εδώ δε λέμε να κάνουμε κράτος, διότι πάσχουμε από ακράτεια και μας κουβάλησαν τον Όθωνα για βασιλιά, ο οποίος ήρθε μαζί με τα lego του γιατί ήταν, λέει, μόνο 17 χρονών κι έπρεπε να παίζει. Μέχρι να γίνει 20 και να κυβερνήσει ενηλικιωμένα, στιβαρά δηλαδή, κυβέρνησε μια Βαυαρική επιτροπή αντιβασιλείας η οποία ήταν πολύ φιλελληνική αλλά και φιλειρηνική. Δεν μπορούσε να βλέπει βία και πιστόλες, σκιαζόταν. Επίσης δεν τα πήγαινε καλά με τις φουστανέλες και τις μουστάκες. Άλλη κουλτούρα, παιδί μου! Ξυρίσου, μωρέ κερατά, περιποιήσου λίγο τον εαυτό σου, ξένοι έρχονται! Τίποτα αυτοί. Τι να κάνουν και οι Βαυαροί που ήταν και ευαίσθητοι, όπου έβλεπαν οπλαρχηγούς και καπεταναίους τους πέρναγαν από δίκη και τους καταδίκαζαν σε θάνατο, για τρίχες δηλαδή. Έτσι κατέληξε στο μπούρτζι ο Θόδωρας, ο δικός μας ντε, ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας και πολλοί άλλοι ακόμα. Ή θα μάθετε να ζείτε μονιασμένοι και πειθαρχημένοι ή δε θα αφήσουμε ρουθούνι. Εμ, δε θα’ θελα τώρα εγώ να υπήρχαν κάμερες τότε, να δω στη μούρη αυτόν τον Οθωνα ή Κώθωνα καλύτερα, να ακούω σε τίτλους ειδήσεων «δείτε στα γεγονότα στις οκτώ, τις δηλώσεις του Όθωνα για την απονομή χάρης στους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Δημήτριο Πλαπούτα», να περνούν σε σουπεράκι από κάτω οι αριθμοί του ΤΖΟΚΕΡ και τέλος να πέφτει το σποτ για τα cd της Μαρινέλλας στην Κυριακάτικη προσφορά της real news; «Άνοιξε πέτρα για να μπω, ήλιος να μη με βλέπει;»
            Και τώρα που είπα πέτρα, θυμήθηκα την άλλη την ντουβάρω, την Αντιγόνη που την έχτισαν στις σπηλιές γιατί ζοχαδιάστηκε με το θειο της, τον Κρέοντα.
Δεν κοιτάς τα χάλια σου, μωρή ψωριάρα, που ο Οιδίποδας, αν και αδερφός σου, παντρεύτηκε τη μάνα σου, γέννησε εσένα, έκανε άλλους τρεις, καταράστηκε τ’αρσενικά και στο τέλος όταν το΄μαθε, αντί να τους πλακώσει όλους στις γρήγορες, βασιλιάς πράμα, έβγαλε λέει τα μάτια του από ευθιξία για να μη βλέπει όπως τά’κανε. Από εκεί καθιερώθηκε το «καλύτερα να σου βγει το μάτι», μεγάλο σουξέ! Άκου τώρα κάτι κολλήματα που είχαν οι άνθρωποι. Και η άλλη, δεν κοιτά τα χάλια της, πάει και χώνεται μεσ’ στη μέση. Είπαμε κατάρα, κυρά μου – χρησμός δηλαδή. Τους καταράστηκε ο μπαμπάς να διαφωνήσουν στη μοιρασιά και να αλληλοσκοτωθούν. Τι θέλεις τώρα εσύ, κορίτσι πράμα και ανακατεύεσαι στα μαχαιρώματα; Το θεώρησε λέει ύβρη προς τη μνήμη του πατέρα της και τους Θεούς να αφήσει άταφο τον αδερφό της. Εμ, δεν είχες υπ’ όψην σου πόσο πάει μια κηδεία, τελετές, στέφανα, τρισάγια, μνημόσυνα. Αν τά’ξερες τότε θα σού’λεγα εγώ ύβρεις και μπινελίκια. Κι όλο αυτό για να τιμήσει το νεκρό αδερφό της, ο οποίος σκοτώθηκε από τον άλλο νεκρό αδερφό της, ο οποίος τον «έριξε» και δεν του’δωσε το θρόνο όπως ήταν η συμφωνία. Ο θειος τους, λοιπόν, ο Κρέοντας που του ήρθε κουτί ο αλληλοσκοτωμός των δύο παιδιών του Οιδίποδα, αναγκάστηκε να αναλάβει εκείνος το βαρύ φορτίο του θρόνου κι έβγαλε φιρμάνι, ο Πολυνίκης, ο ριγμένος επαναστάτης δηλαδή, να μείνει άταφος να τον φάνε τα όρνια. Βρε όρνιο, τι νόημα έχει να τον αφήσεις έτσι τον άνθρωπο να μας θερίσει και η πανώλη; Τον εκδικείσαι δηλαδή μ’ αυτόν τον τρόπο; Εκδικήσου τον όσο είναι ζωντανός, όχι πτώμα. Αλλά, εκεί, να δείξει πυγμή και εξουσία, ακόμα δεν ανέλαβε. Και στο τέλος τι κατάλαβε; Έχτισε την Αντιγόνη, αυτοκτόνησε ο γιος του και ο ίδιος υποχρεώθηκε να ανακαλέσει τις εντολές του. Πιασ’ τ’ αβγό και κούρεφ’το. Μπάχαλο, όλα μπάχαλο. Πόση φαντασία λοιπόν χρειάζεται για να τα χωρέσεις όλα αυτά στο μυαλό σου; Γι’αυτό και παίζονται οι τραγωδίες αυτές 2.500 χρόνια, γιατί κατάβάθος δεν έχουμε ακόμη καταλάβει τίποτα. Ενώ οι δικές μας, τάκα τάκα. «Τραγωδία στο Αιγαίο» σκοτώθηκε δυο τρεις, πνιγήκαν άλλοι δύο, τρεις μέρες ρεπορτάζ και τέλος, ο επόμενος.
Μα κι εμείς, ρε παιδί μου, δεν έχουμε και τόσα πολύπλοκα φονικά. Ξαφνικά του σβουράει του άλλου, πιάνει την καραμπίνα και ξαπλώνει πέντε. Απλά πράγματα. Όχι σαν τον άλλο, τον Αντυπα… ξέρω πού πήγε το μυαλό σας, σ’αυτόν που παριστάνει τον τραγουδιστή, στον «καταιγίδα». Εγώ μιλώ για τον παλιό, τον προπολεμικό, τον Μαρίνο Αντύπα. Που παιδευόταν μια Θεσσαλία ολόκληρη, τόσα χρόνια για να τον κάνουν να σταματήσει να ξεσηκώνει τους χωρικούς και τους κολλήγους με το «ισότης, αδελφότης, ελευθερία». Τι το μαγειρεύαν οι τσιφλικάδες από εδώ, τι από εκεί, τι με τους νόμους, τι με τη χωροφυλακή, για να τον κάνουν να το βουλώσει και να μην τους ξεσηκώνει σε επαναστάσεις, τίποτα αυτός. Στο τέλος κατέφυγαν στη γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή. Άντε μπράβο να τελειώνουμε. Δέκα πέντε σελίδες διάβασα μέχρι να αποφασίσουν να βάλουν κάποιον να τον βρει, να βγάλει την κουμπούρα και πάρ’τον κάτω τον άτιμο. Αυτό το επεισόδιο τώρα, πώς να το εκτιμήσεις με γραμματάκια και σελίδες; Θεσσαλικός κάμπος, ρούχα εποχής, άλογα, τουφέκια, φάρμες. Αυτό ήθελε τις κάμερές του, τους οπερατέρ, τους σκηνοθέτες κι εκεί που αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Αντύπα, τσουπ να ξεπετάγεται με τ’ άλογο τουφεκίζοντας ο Κούρκουλος φωνάζοντας «με λένε Αστραπόγιαννο»! Ωραίες κουβέντες! Με τζερτζελέ και εντάσεις.
Χαμηλώνω τις εντάσεις μωρούλια μου, γιατί πάλι μια νύστα μου χτυπάει το κεφάλι. Αφήνω τον εαυτό μου να χαλαρώσει λίγο και κλείνω το βιβλίο, κλείνω το φως, κλείνω τα μάτια. Καληνύχτα σας, χρυσούλια μου. Κι αύριο, ιστορία είναι…



Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015



Τι ταραγμένο αιώνα ζω, Παναγίτσα μου! Εκλογές πάνε κι έρχονται, προέδροι πάνε κι έρχονται, μετανάστες πάν… όχι, αυτοί μόνο έρχονται. Κι είναι, λέει, τραγική η κατάστασή τους γιατί κάτι δεν τους αφήνουμε να κάνουν ήσυχοι στον τόπο τους κι έρχονται, λέει, να το κάνουν εδώ. Εδώ, δηλαδή, αλλού. Κι εδώ και στην Ευρώπη γενικώς, κι έτσι μας αναγκάζουν να τους λυπόμαστε που τους βλέπουμε στις τηλεοράσεις όλο μέσα σε κάτι σαπιοκάραβα και σε κάτι πολύχρωμα μικρά αντίσκηνα. Όπως κάτι άλλοι που είχαν έρθει στην Ανάβυσσο, όχι τώρα καλέ, παλιά. Αποκλείεται να τους θυμάστε γιατί δεν υπήρχαν τότε τηλεοράσεις. Ένας Βενέζης υπήρχε που έγραφε κάτι βιβλία. Κι επειδή τα βιβλία είναι μεγάλα και μπορούν να γίνουν σήριαλ ίσως να το έχετε δει στην παλιά τηλεόραση. Εκείνη όμως ήταν ασπρόμαυρη.
Εμένα βέβαια – θα σας πω και για την Ανάβυσσο – μου αρέσει η ιστορία. Η ιστορία, αυτή που είναι γραμμένη. Μου αρέσει να τη διαβάζω. Δε θέλω να παρακολουθώ αυτά που συμβαίνουν τώρα στις τηλεοράσεις γιατί πλήττω. Κι αυτό το καρέ-καρέ, πάλι; Μου θυμίζει τη χελώνα καρέτα-καρέτα. Σώστε τις ειδήσεις «καρέ-καρέ». Εγώ προτιμώ να τα αφήνω να παλιώνουν και να τα διαβάζω για ιστορία. Είναι πιο γλυκόπιοτα έτσι. Το παλιό κρασί, που όταν παλιώνει, που κάτι γίνεται… πώς το λένε… αυτό τέλος πάντων.
Στην Ανάβυσσο λοιπόν, είχαν έρθει πάλι κάτι μετανάστες, τότε παλιά που τους λέγαν και τουρκόσπορους εδώ, γιατί αναγκάστηκαν να φύγουν από εκεί, τη Μικρά Ασία το 1922, γιατί εκεί ήταν παλιοέλληνες. Ήρθαν κι αυτοί με σαπιοκάραβα, που τότε ήταν πιο σαπιοκάραβα διότι τι τεχνολογία να είχαν το 1920; Αυτοί λοιπόν, πήγαν και έστησαν τις σκηνές τους, που δεν ξέρω αν ήταν πολύχρωμες γιατί τότε ήταν όλα μαυρόασπρα και δε θέλω να σας γελάσω, πήγαν λοιπόν και τις έστησαν στην Ανάβυσσο, κοντά στις αλυκές. Πήγαν εκεί γιατί ως θαλασσινοί, φαίνεται τους άρεσε πολύ το αλάτι. Και μετά σκάψε σκάψε το χώμα βρήκαν και κάτι αγάλματα. Αυτή ήταν η ιστορία που διάβαζα προχτές κι αν σας θυμίζει κάτι είναι αυτό που σας έλεγα πριν, διότι το παίξαν παλιά στην τηλεόραση και έπαιζε κι ο ηθοποιός αυτός μωρέ, ο ψηλός, πώς τον λέγαν, αυτός που δολοφόνησε τη Στέλλα στα Εξάρχεια – γιατί στα Εξάρχεια τη σκότωσε κι ας λέγαν στην ταινία ότι ήταν Πειραιάς. Εγώ τη γνώρισα την Καλλιδρομίου.
            Επίσης τώρα που είπα «δολοφόνησε», να σας πω για προχτές που έγινε και η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Όχι του αυτουνού που είναι δικός μας, του παχιού, ούτε του άλλου, του αεροδρομίου… του πιο παλιού ντε, που είχε κάτι μεγάλο… Δε μού’ρχεται τώρα τι μεγάλο είχε, α, ναι, μια μεγάλη ιδέα. Του Λευτέρη, μπράβο. Έγινε λοιπόν η απόπειρα… όχι δηλαδή ότι έγινε, διάβαζα πως έγινε, στην ιστορία που σας έλεγα, κάπου παλιά στο Παρίσι του 1920. Και μετά, λέει, ζοχαδιάστηκαν οι Βενιζελικοί και εκτελέσανε τον… αυτόν, ντε… που τον εκτέλεσαν, που έχουμε και μια ηθοποιό που έχει τέτοιο όνομα… όχι Μπελογιάννης, όχι Σουκατζίδης… α, ναι, Δραγούμης. Ιων Δραγούμης. Ακου, Ιων! Με τη σοκολάτα τη σχέση είχε; Φαντάζεσαι να λεγόταν Ιων Παυλίδης; Τέλος πάντων. Τον πιάσαν, λέει, στα καλά καθούμενα, τον στήσαν σε μία μάντρα μέρα μεσημέρι, εκεί απέναντι από το Χίλτον (μα υπήρχε από τότε το Χίλτον;) και τον εκτέλεσαν, λέει, έτσι, χωρίς δίκη χωρίς τίποτα. Επειδή δεν ήταν με το Βενιζέλο. Ήταν χωρισμένοι τότε, όπως διάβαζα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, όπως και πιο πριν σε βασιλικούς και αντιβασιλικούς, όπως και πιο πριν στους δημοτικιστές και καθαρευουσιάνους, όπως και πιο πριν… κάτι άλλο, δε θυμάμαι… Γινόντουσαν πολλά εκείνες τις εποχές και τα μαθαίνεις άμα διαβάζεις, όπως εγώ. Κι όλα αυτά για κάτι εκλογές. Γιατί όλα γίνονται για «κάτι εκλογές»; Για κάτι εκλογές που όλο γίνονται αλλά όλο δεν πετυχαίνουν, όλο και κάτι άλλο θα έπρεπε να είχε γίνει για να πετύχουν κι όλο υπάρχει αυτή η ανακατωσούρα που μας ταράζει. «Ταράζει»; Ποιος τό ‘χε πει αυτό; ένας παλιός. Δηλαδή, πιο παλιός απ’ τους παλιούς που ξέρουμε, αρχαίος. Α, ναι ο «μη μου τους κύκλους τάραττε», το θυμήθηκα, που τό ‘χε πει ο αυτός, μωρέ, με την μπανιέρα, ο Αρχι…πες τον, ένας «Αρχι…» τέτοιος, τέλος πάντων.
Για τις εκλογές, έλεγα λοιπόν, που αποστάτησαν οι 25 και έπεσε η κυβέρνηση. Όχι τώρα, μωρέ. Για τότε, λέω, το 1965, που ήταν κι ένας Μητσοτάκης μέσα. Συγγνώμη, όλοι αυτοί οι Μητσοτάκηδες που διαβάζω στα βιβλία της ιστορίας, ένας είναι; Τότε λοιπόν, που φύγαν λέει αυτοί και η κυβέρνηση έπεσε και μετά κάτι άλλοι πήραν κάτι εντολές για να ψάξουν να φτιάξουν νέα κυβέρνηση χωρίς εκλογές, αλλά δεν τα κατάφερναν και ο ένας έδινε στον άλλον την εντολή, αλλά στο τέλος τα κατάφεραν, μα τελικά έχασαν όλοι γιατί ήρθε η χούντα. Κι έτσι έπεσε ο γέρος της Δημοκρατίας που εμένα μου κακοφαίνεται που τον λένε έτσι, γιατί στις φωτογραφίες δε μου φαίνεται και τόσο. Δε μου φαίνεται και τόσο «γέρος» όχι τόσο «δημοκρατίας»! Ίσως να τον λέγαν έτσι γιατί ήταν της παλιάς δημοκρατίας, γιατί μετά ήρθε άλλη, η Νέα Δημοκρατία και ήρθε γιατί αν δεν ερχόταν θα ερχόντουσαν, λέει, κάτι τανκς. Αυτή η Νέα Δημοκρατία που στην αρχή ήταν Καραμανλής και μετά Ράλλης και μετά ένας Μητσοτάκης (ο ίδιος είναι;) και πάει λέγοντας.
Τώρα που είπα Ράλλης, θυμήθηκα την υπόθεση «δολοφονία Παπαδάκη». Όχι, αυτόν που κάνει τα πρωινάδικα, μωρέ. Ποιος να θέλει να τον σκοτώσει αυτόν. Αυτή η «δολοφονία Παπαδάκη» λέγεται Ελένη. Ήταν λέει προπολεμικά η σπουδαιότερη ηθοποιός που είχαμε. Πιο μεγάλη ακόμη κι απ’ τις δικές μας, τις σημερινές. Αυτήν, λέει, επειδή ήταν σπουδαία και ασυμβίβαστη καλλιτέχνης τη ζήλευαν πολύ. Το 1941 έγινε κατοχή στην χώρα από τους Γερμανούς. Πρώτα μπήκαν οι Ιταλοί που δεν τους αφήσαμε και μετά μπήκαν οι Γερμανοί που ούτε κι αυτούς τους αφήσαμε αλλά αυτοί μπήκαν μόνοι τους. Τότε λοιπόν, την περίοδο της κατοχής είχαμε και τότε πρωθυπουργούς και ένας από αυτούς ήταν ο Ράλλης, ο Ράλλης όχι αυτός ο «δε θέλω ου», ο άλλος, ο μπαμπάς του. Αυτός ο Ράλλης λοιπόν ήταν δοτός. Δοτός, από το δίνω, ξέρετε, μας τον δώσαν οι Γερμανοί δώρο, να τον έχουμε για Πρωθυπουργό. Αυτός σύναψε λοιπόν ερωτικές σχέσεις με την Ελένη Παπαδάκη κι αυτή, που όλοι έλεγαν πως δεν την ένοιαζαν τα πολιτικά, τον ερωτεύτηκε. Αυτό βέβαια εκνεύρισε πολλούς που δεν κάναν σχέσεις με άλλους πολιτικούς. Κι έτσι, αμέσως μετά που φύγαν οι Γερμανοί τον Οκτώβριο, κάτι έγινε το Δεκέμβριο που δε θυμάμαι τώρα και άρχισαν να τσακώνονται οι κομμουνιστές με αυτούς που δεν ήταν κομμουνιστές. Μια παρα-αριστερή οργάνωση λοιπόν, θεώρησε την Παπαδάκη προδότρια, τη συνέλαβαν ένα βράδυ, την οδήγησαν στα διυλιστήρια της Ούλεν (ούλεν είναι η γιαγιά της ΕΥΔΑΠ) στο Γαλάτσι και την εκτέλεσαν με δύο σφαίρες στον αυχένα. Τη διάβασα λοιπόν την ιστορία αυτή και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, διότι είπα, για πολύ πιο ασήμαντες αφορμές σκότωναν τότε ηθοποιούς.
Αχ, τι ωραία που ήταν η Ελλάς. Όχι, η χώρα μας, καλέ. Λέω, για την «Ωραία Ελλάς» την άλλη, της Αιόλου. Υπήρχε, παιδί μου, ένα καφενείο στην Αιόλου, από εκείνα τα παλιά του 1800 που έπιναν καφέ αυτοί που τώρα είναι ιστορία. Η «ωραία Ελλάς» και σήμερα υπάρχει, αλλά δεν υπάρχει γιατί τώρα είναι κλειστή, ίσως γιατί τελικά δεν είναι τόσο ωραία, αλλά εγώ στις φωτογραφίες για «ωραία» τη βλέπω. Πάντως εκεί, διάβαζα ότι κόψαν για πρώτη φορά, επάνω στο πατάρι, και μοίρασαν κάτι «χαρτιά» που τα ονόμασαν μετοχές, τα οποία «χαρτιά» λέει, είχαν αξία. Δηλαδή, δεν είχαν, εσύ τους την έδινες την αξία γιατί τα πλήρωνες. Ναι, έδινες λεφτά κι αγόραζες χαρτιά γιατί ήταν ένας τρόπος να γίνεις πλούσιος. Κάθε «χαρτί», διάβασα, αντιστοιχούσε σε ένα ψιχουλάκι από τα μεταλλεία  του Λαυρίου. Οπότε όσο πιο πολλά χαρτιά αγόραζες, τόσο πιο πολύ Λαύριο είχες στην κατοχή σου. Αυτά τα πουλούσε λέει η λεωφόρος… αυτή, μωρέ, η πλατιά και φαρδιά που πήγαινε παλιά στο ιππόδρομο, εκεί κοντά που είναι όλοι οι δρόμοι-βασιλιάδες. Η Αμαλία όχι, η Σοφία όχι, ο Γεώργιος όχι, λίγο πιο κάτω… α, ναι, θυμήθηκα. Η Συγγρού. Η Συγγρού λοιπόν, δεν ήταν βασίλισσα, Ανδρέας ήταν και ήταν, λέει, και πάμπλουτος τραπεζίτης, όπως όλοι οι σωστοί τραπεζίτες. Ήταν και βουλευτής του άλλου του δρόμου, που τον είχαμε και Πρωθυπουργό, του Τρικούπη. Όχι, του Σπυρίδωνος, αυτόν τον διαβάζω, πιο κει, του Χαρίλαου. Αυτός ο Συγγρός λοιπόν, που ήταν Ανδρέας και τον κάναν και δρόμο έκανε ευεργεσίες διάφορες στη χώρα, όπως αυτή με το Λαύριο. Είχε αγοράσει φτηνά τα Μεταλλεία και αφηρημένος άφησε να διαρρεύσει ότι υπήρχαν εκεί κοιτάσματα χρυσού και τα «χαρτιά» αυτά που τα λέγαν και μετοχές απέκτησαν τεράστια αξία, χωρίς να το καταλάβει. Έτσι, τις έδωσε στον κόσμο σε πολύ καλή τιμή. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν και οι φίλοι μας, όπως μέχρι σήμερα πάντα το πράττουν, Γάλλοι και Ιταλοί κι όλοι μαζί κατάφεραν να δημιουργήσουν μια τεράστια ελπίδα στους Αθηναίους της εποχής, κάτι που δυστυχώς τους έλειπε στους χαλεπούς εκείνους καιρούς που ζούσαν. Αυτή ήταν η «ωραία Ελλάς» που δυστυχώς σήμερα είναι κλειστή γιατί κανείς δε θέλει να ασχοληθεί μαζί της, ίσως γιατί λείπει σήμερα το επιχειρηματικό πνεύμα. Ευτυχώς όμως, ο Συγγρός ξαναβγήκε βουλευτής στις εκλογές του 1885 γιατί πάλι οι εκλογές έπαιξαν το δικό τους ρόλο. Ακόμα και το περιστατικό με την Ελένη Παπαδάκη πάλι σε προεκλογική περίοδο έγινε, διότι το 1944 έφυγαν οι Γερμανοί και άφησαν τα Υπουργεία άδεια. Έπρεπε να μπουν  Έλληνες και ήρθαν μερικοί από την Αίγυπτο. Παλιά, η Βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει φοίνικες από την Αίγυπτο και γέμισε όλον τον Εθνικό κήπο, λες και δεν υπήρχαν άλλα δένδρα.
Κάτι με εκλογές και δένδρα που ψηφίζουν όμως, το ξαναδιάβασα κι αλλού. Τι ανοησία κι αυτή! Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι σε εκλογές μπορούν να ψηφίζουν δένδρα και φυτά; Άσχετο αν κοιτιέμαι στον καθρέφτη και μου μοιάζω σαν ωραιότατος υάκινθος. Είναι και το σύνδρομο του ναρκισσισμού που έχω. Το λέει και η επιστήμη: «σύνδρομο» δηλαδή, άλυτο, αξεδιάλυτο. Αθώο όμως και χαριτωμένο. Για φαντάσου, ας πούμε, να με έβλεπα για τέρας. Να μου κοβόταν η χολή κάθε που με έβλεπα και να κοιμόμουν με τα φώτα αναμμένα μη με δω στον ξύπνιο μου. Τους σπας τότε τους καθρέφτες, ή δεν τους σπας;  Και τώρα που είπα τέρας, θυμήθηκα εκείνον το μουσικοσυνθέτη, τον πώς το λένε, μωρέ, τον «κυπαρισσάκι αψηλό». Ο τέτοιος… όχι ο ψηλός που έκανε τα χέρια όλο έτσι κι ήταν όλο φυλακές, ο άλλος μωρέ, ο πιο καθιστός που καθότανε συνέχεια στ’ αβγά του κι όλο έγραψε μουσικές. Ο Μάνος, τον θυμήθηκα. Αυτός ο Μάνος που τον λέγανε νομίζω και Χατζιδάκη, είχε πει κάποτε: «Αν πάψει να σε τρομάζει το τέρας, σημαίνει ότι τού’ μοιασες». Κι εμένα με τρομάζει το τέρας, γιατί είπαμε, εγώ βλέπω συνέχεια υάκινθους!
Αχ, πέρασε η ώρα. Κουράστηκα στο αναγνωστικό σεργιάνι στα κιτρινισμένα φύλλα της ιστορίας. Ένας γλυκός ύπνος χαρχαλεύει στα βλέφαρά μου. Θα το αφήσω το βιβλίο για σήμερα. Συνεχίζω αύριο. Νυστάζω τόσο. Ξαπλώνω τώρα και πατώ το διακόπτη. Κλείνω το φως για σήμερα. Καληνύχτα σας, μωρούλια μου.



Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η πολυαναμενόμενη, λαμπερή πρεμιέρα της ταινίας «Γουλβερίν», την Τρίτη 16 Ιουλίου στο Λονδίνο, με τον ΧιούΤζάκμαν και τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές να κλέβουν την παράσταση.

The Wolverine

www.theatromaniax.gr


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013


Και μη ξεχνάτε τις κινηματογραφικές ΠΡΕΜΙΕΡΕΣ της εβδομάδας.
Για όσους ενδιαφέρεστε για το Σινεμά!

Από το www.theatromaniax.gr
Ο Θεός κοιτάει τα μήλα

Μικρούλη απόσπασμα, έτσι για καλησπέρα, φίλοι μου...


...   Τι γλυκύτατοι που ’ναι οι άνθρωποι! Χαρμόσυνοι και καλοσυνάτοι! Έμβλημά τους η κατανόηση! Και τι γλυκειά η καλημέρα τους όταν σταλάζει στις κόχες των χειλιών τους, στις άκριες και στάζει μέλι, σαν ώριμο και γινωμένο αχλάδι. Όταν η ζωή είναι ωραία· όταν τους κάνεις τα χατίρια. Κουνάς συγκαταβατικά το κεφάλι κι όλα προς την ανάσταση. Γέρνεις το βλέμμα καθηλωμένος από την ταπεινότητα και μπήγεις τα νύχια στις δικές σου σάρκες. Δεν είσαι πια φωνή· οι φωνές τούς αναστατώνουν. Η σιωπή τούς τρομάζει, αν πάλι γίνεις σιωπή και ξεχορταριάσεις την ησυχία τους. Δε θα σου δείξουν ποτέ το κεντρί τους, γιατί δεν έχουν, κάτω από το πλουμιστό τους τρίχωμα! Κι ούτε ποτέ θα καταλάβεις τι σε τσίμπησε, τόσο ανεπαίσθητη μικρή τσιμπηματιά και τι σου μόλεψε το δέρμα εκεί πίσω από το μπράτσο και το ’κανε φουσκάλα γεμιστή με πύον, σκασίματα γεμάτο και σαπισμένα κρέατα που αιμορραγούν και αποσυντίθενται και σου τρων τις σάρκες τη μία μετά την άλλη, σαν άσπρο σκουλήκι που μαθαίνει να ζει με την παρουσία σου, καθώς μπαινοβγαίνει στα κούφια σου σπλάχνα, στην τρύπια σου ψυχή και να ’το πάλι να το σκάει απ’ τα παραθύρια σου και να ’το πάλι να σέρνει το γλοιώδες του ανάστημα επάνω σου, μέσα σου, σαν αέρας, σαν αργόσχολος θάνατος, σα φλογέρα που κοιλοπονά.
   Τι γλυκύτατοι που ’ναι οι άνθρωποι! Χαρμόσυνοι και καλοσυνάτοι. Εδώ ο ιδρώτας δεν καρπίζει. Το φύλλο καίγεται και το λεμόνι σαπρίζει στη ρίζα.
... 

Ανδρόνικος Τζιβλέρης
"Ο Θεός κοιτάει τα μήλα"   Εκδόσεις  Υψηλού κινδύνου 

Λίγα λόγια απ' το Θανάση Ευθυμίαδη, από την παρουσίαση του βιβλίου!

video




   Αν νομίζετε ότι άνοιξα πάλι αυτό το blog, προκειμένου να διαφημίσω το site που έχουμε φτιάξει, εγώ και οι συνεργάτες μου, το www.theatromaniax.gr, καλώς το νομίζετε! Έτσι είναι. Γιατί να μην το κάνουμε αφού το site φτιάχτηκε και λειτουργεί με περίσσια αγάπη, μόχθο, υπευθυνότητα και σοβαρότητα απέναντι στο θέατρο, το σινεμά και ό,τι αφορά τις τέχνες;

   Αν πάλι νομίζετε, πως επίσης από τις σελίδες αυτού του blog θα σας μιλώ και θα παινεύω το βιβλίο μου (μυθιστόρημα) που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Υψηλού Κινδύνου, πάλι καλώς το νομίζετε. Αν δεν παινέψω το σπίτι μου, το βιβλίο μου δηλαδή, τι θα παινέψω, τα ξένα; Θα τα παινέψω δηλαδή κι αυτά, όσα το αξίζουν να αναφερθούμε, διότι, είπαμε, αγαπάμε το βιβλίο, το θέατρο, τις τέχνες. Κι εγώ, είμαι υπερήφανος, όπως ο καθένας στη θέση μου, που ένα πρώτο όνειρο έγινε πραγματικότητα. Το πρώτο μου πνευματικό παιδάκι, το «Ο Θεός κοιτάει τα μήλα»!
 

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Επειτα από τέσσερα χρόνια blog-αποχής,
δύο παιδιά κι ένα βιβλίο που απέκτησα,
δεν ξέρω τι να σας πρωταναρτήσω.

Καλά! Ξεκινώ από το πνευματικό μου παιδάκι! 




Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο Θεός κοιτάει τα μήλα".
Είμαι πολύ υπερήφανος και για το πνευματικό μου τέκνο, που επιτέλους
πήρε σάρκα και οστά
αλλά και για τους πολύτιμους φίλους μου
που τίμησαν και το βιβλίο και εμένα με την παρουσία τους.

Η Μάνια, ο Οδυσσέας κι εγώ.
Ο Θανάσης κι εγώ
Η Κερασία κι εγώ

Επεται συνέχεια...

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013


www.theatromaniax.gr

Προσπαθούμε για το καλύτερο
Και στο Σινεμά
και στο Θέατρο


Οι  Red 2 επιστρέφουν και τα κάνουν όλα άνω κάτω.
Με Μπρους Γουίλις και Τζον Μάλκοβιτς
χωρίς το Μόργκαν Φρίμαν αυτή τη φορά
αλλά με Αντονι Χόπκινς και Κάθριν Ζέτα Τζόουνς

Από 18  Ιουλίου στους κινηματογράφους