Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

...απόσπασμα...

...


Επιπλέω σε μια λίμνη από θλιβερές φιλοδοξίες. Το μυαλό μου μύλος από αγκίστρια, ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, σκέφτηκε. Η Λουΐζα φόρεσε και πάλι τα μαύρα γυαλιά. Έσφιξε το τιμόνι. Η διαδρομή με τ’αμάξι σαν καρτ-ποστάλ. Τριγύρω εκτάσεις από καλοταϊσμένα δένδρα, στρογγυλοκαθισμένα μες στον εγωισμό τους, πάνω στον λαιμό του χρόνου, βαριά. Ανάμεσά τους ξεχυνόταν ο δρόμος, φίδι υστερικό. Πράσινη άσφαλτος και σκιές. Που και που λίμνες ήλιου, θάμπωναν το βλέμμα της, το έτσι κι αλλιώς αλλού. Πού αλλού; Ο Στέφανος.
Όχι μακρυά απ’την πρωτεύουσα. Όχι, δεν θα παραιτηθώ, είπε. Μια παρένθεση είναι, είπε. Δύο άγκιστρα και μέσα αέρας. Αέρας φρέσκος, στρογγυλός αέρας, τροφαντός με τρυπίτσες, με στίγματα, όπως έρθει κι όπως κάτσει. Το σπίτι στοίχισε αρκετά. Το ήθελε δίπλα στη θάλασσα. Όπου να’ναι, αλλά θάλασσα, είχε πει. Να – αυτό θα βάλει στην παρένθεσή της, θάλασσα κι αλμυρό νερό. Το μεθυσμένο φίδι του δρόμου μακρύ. Σερνόταν δεξιά και πάλι αριστερά, συνέχεια και συνέχεια. Η Λουΐζα, άφηνε πίσω της ιστορία. Ο Στέφανος.
Νεράιδα λεγόταν το μέρος. Το είχε δει, της έκανε. Στην παγκόσμια τράπεζα βιωμάτων, είχε κι αυτή μια μικρή θυρίδα ζωής. Την κλείδωσε πίσω της κι έφυγε. Το σπίτι τής άρεσε με το πρώτο. Λιτό, εξοχικό. Αγκαλιασμένο από αρκετά μεγάλο κτήμα, χώμα και λίγα δένδρα. Πατούσε στη θάλασσα από το πίσω μέρος, μ’ ένα μικρό διάστημα ενός κήπου. Ο μεσίτης, η αγγελία, οι φωτογραφίες. Μια που το είδε και τ’αγόρασε αμέσως. Και τώρα είναι δικό της. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι. Δικό της! Κάποιος, κάπου, κάποτε, έστησε σ’ ένα κομμάτι γης τέσσερις πασσάλους, τους έφερε βόλτα με σύρμα χοντρό και είπε: αυτό είναι δικό μου! Αυτή η γης τώρα μου ανήκει. Ο δεύτερος, δεν έφερε αντίρρηση και συρματόπλεξε ακριβώς δίπλα. Έπειτα ο τρίτος. Η Λουίζα τώρα έχει κι αυτή κάτι δικό της. Αλήθεια, ποιο νούμερο της αντιστοιχεί;
Όταν ο Στέφανος έκλεισε πίσω του την πόρτα στην Αθήνα, εκείνη λύγισε τα πόδια κι έκλαψε πικρά. Όχι, δεν έφευγε εκείνος. Εκείνος θα ξαναρχόταν. Εκείνη θα’φευγε. Το κεντρί του φιλιού του, είχε γίνει αβάσταχτο. Το μέλι κέρωσε. Ο εγωπαθής χτύπος της πόρτας, ήταν ο τελευταίος. Η Λουΐζα το’ξερε, το’νοιωσε αμέσως. Τα συμβόλαια του σπιτιού ήταν έτοιμα από καιρό. Δεν του’χε πει τίποτα. Δεν έμενε παρά να πάρει τα κλειδιά μαζί της και λίγα ρούχα. Ούτε ρούχα. Μόνο τα κλειδιά πήρε και βάρεσε πίσω της την πόρτα με την ίδια δύναμη, με τον ίδιο εκείνον εγωπαθή χτύπο. Άγκιστρο πρώτο. Παρένθεση.
Η κουτσή ξύλινη επιγραφή και αφυδατωμένη με το επικό: ΠΡΟΣ ΝΕΡΑΙΔΑ, φάνηκε στο τέλος μιας ευθείας. Η Λουΐζα δεν τις μπορούσε τις ευθείες, τρελαινόταν. Λίγες στροφές ακόμα κι έφτασε. Αλήθεια, πώς φτάνει κανείς; Το καταλαβαίνει; Πονάει;


...


{Απόσπασμα από κάτι που ετοιμάζω εδώ και καιρό. Πόσο θά'θελα να ακούσω γνώμες για την γλώσσα και το ύφος του κειμένου... Θα με βγάλετε από ένα αδιέξοδο! Μόνο - προς όσους με τιμήσουν με τα σχόλιά τους - θέλω ν'ακούσω αλήθειες!}

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Νά'χαμε τι νά'χαμε...

Έφυγε το καλοκαίρι κι ήρθαν οι δροσιές και οι αέρηδες – κι έφυγε το καλοκαίρι κι επίσημα, έτσι λένε οι ειδικοί, γιατί λένε μπήκε ο Σεπτέμβρης, δύο έχει σήμερα το ημερολόγιο κι εγώ είμαι χαρούμενος όχι για τον Σεπτέμβρη, αλλά έτσι γενικώς, δεν ξέρω ακριβώς να σας πω, αλλά χαίρομαι γιατί το καλοκαίρι περάσαμε ωραία πήγαμε και εκδρομή, διακοπές που λέει ο κόσμος, αλλά εγώ δεν το λέω διακοπές, γιατί στη μαμά μου συνέχεια πηγαίνω - εκεί που μεγάλωσα δηλαδή στο Μεγάλο Πεύκο, έχει και ωραία θάλασσα, πιο μικροί ψαρεύαμε κι όλας βγάζαμε και όστρακα, τώρα μόνο άδειους τενεκέδες κόκα κόλα βρίσκει κανείς, αλλά δεν μας ενοχλεί γιατί θα τα καθαρίσουνε λέει κάποτε κι εμείς περιμένουμε κι είμαστε χαρούμενοι – αλλά εγώ λοιπόν έλεγα πως για να πεις ότι κάνεις διακοπές, πρέπει να διακόψεις κάτι που κάνεις συνέχεια, αλλά εγώ στη μαμά στο Μ.Πεύκο πάω συνέχεια, οπότε δεν μπορώ να τις πω διακοπές, μάλλον πλήξη θα τις έλεγα, όχι για τη μαμά αλλά για το «συνέχεια» - βέβαια μου έκανε και βαθειά εντύπωση γιατί η μαμά λέει πως αδυνάτισα, αλλά εγώ της λέω πως δεν μπορώ να το πω αυτό γιατί τρώω συνέχεια, γιατί και στην Αθήνα έχει πλήξη, κι εγώ καπνίζω όλο και περισσότερο για να ανταπεξέλθω και θυμάμαι έναν γνωστό μου ιατροδικαστή, που μου έλεγε "έλα να σου δείξω σε μια νεκροψία τα σπλάχνα ενός καπνιστή που είναι μαύρα, ενώ ενός που δεν καπνίζει είναι κανονικά" κι εγώ του έλεγα ότι "τι μαύρα τι άσπρα κι οι δυο στο ίδιο τραπέζι του νεκροτομείου βρίσκονται", γι’αυτό κι εγώ ήθελα να πάω σε κάποιο νησί αλλά δεν είχαμε λεφτά, ψαχτήκαμε βέβαια αλλά δεν καταφέραμε να βρούμε κάτι της προκοπής και του χρόνου είπαμε, αν μπορέσουμε να δουλέψουμε καλά όλη τη σαιζόν, ίσως και να καταφέρουμε επιτέλους να πάμε μερικές μέρες – δυο τρεις – σε κάποιο νησί, αλλά δεν πειράζει λέει η Βιβή, Βιβή είναι η γυναίκα μου – μη σας κάνει εντύπωση το μεγαλίστικο «η γυναίκα μου», μικρός είμαι ακόμα ούτε σαράντα, και η Βιβή λοιπόν που είπε πως δεν πειράζει και δεν είναι ούτε 35, μου είπε πως είμαστε χαρούμενοι γιατί πήγαμε και στην άλλη τη μαμά, τη δική της τη μαμά στην Χαλκίδα, κι εγώ της είπα ότι κι εκεί έχει πλήξη γιατί κι εκεί πηγαίνουμε συνέχεια, οπότε πάλι δεν διακόπτουμε τίποτα για να το πούμε διακοπές, επίσκεψη μπορούμε να το πούμε, βίζιτα μπορούμε να το πούμε, ψιλομαλακία μπορούμε να το πούμε, αλλά δεν το λέμε από διακριτικότητα, γιατί είπαμε του χρόνου να μαζέψουμε λεφτά και θα πάμε καλές διακοπές, ένα άλλο καλοκαίρι που να μην έχει πανευρωπαϊκά ποδόσφαιρα και Πεκίνα με Ολυμπιακούς αγώνες κι όλο Κινέζους, κι ας πήραμε τόσες διακρίσεις, ήρθαμε πρώτοι λέει στα «ντόπινγκ», αλλά εγώ δεν ξέρω τι αγώνισμα είναι αυτό, θα’ναι σαν το «νταν» στο καράτε μάλλον, τέλος πάντων ένα καλοκαίρι που να μην έχει και πολλές πυρκαιές γιατί στεναχωριέμαι που καίγονται τα δενδράκια κι ας λένε οι πρωθυπουργοί ότι δεν πειράζει, διότι λέει θα μοιράσουνε λεφτά στους πυρόπληκτους και θα κηρύξουν αναδασωτέες τις εκτάσεις, ας λένε λοιπόν αυτοί εγώ στεναχωριέμαι, αλλά είμαι και χαρούμενος γιατί το καλοκαίρι φέτος πέρασε ωραία.
Κατά τ’άλλα κάναμε ένα χειρουργείο, ευτυχώς πήγε καλά
Ανοίξαμε ένα μαγαζί, ευτυχώς πήγε κι αυτό καλά
Και ξανάνοιξα το blog μου.
Όσο γι’αυτό… ο Θεός βοηθός!!!

Γεια χαρά αδέρφια διαδικτυωτές μου. Σας ξαναβρήκα…