Σάββατο 29 Αυγούστου 2015
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
Τρίτη 23 Ιουλίου 2013
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013
Και μη ξεχνάτε τις κινηματογραφικές ΠΡΕΜΙΕΡΕΣ της εβδομάδας.
Για όσους ενδιαφέρεστε για το Σινεμά!
Από το www.theatromaniax.gr
Μικρούλη απόσπασμα, έτσι για καλησπέρα, φίλοι μου...
Ανδρόνικος Τζιβλέρης
"Ο Θεός κοιτάει τα μήλα" Εκδόσεις Υψηλού κινδύνου
Λίγα λόγια απ' το Θανάση Ευθυμίαδη, από την παρουσίαση του βιβλίου!
Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013
δύο παιδιά κι ένα βιβλίο που απέκτησα,
δεν ξέρω τι να σας πρωταναρτήσω.
Καλά! Ξεκινώ από το πνευματικό μου παιδάκι!
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο Θεός κοιτάει τα μήλα".
Είμαι πολύ υπερήφανος και για το πνευματικό μου τέκνο, που επιτέλους
πήρε σάρκα και οστά
αλλά και για τους πολύτιμους φίλους μου
που τίμησαν και το βιβλίο και εμένα με την παρουσία τους.
| Η Μάνια, ο Οδυσσέας κι εγώ. |
| Ο Θανάσης κι εγώ |
| Η Κερασία κι εγώ |
Επεται συνέχεια...
Τρίτη 16 Ιουλίου 2013
www.theatromaniax.gr
Προσπαθούμε για το καλύτερο
Και στο Σινεμά
και στο Θέατρο
Οι Red 2 επιστρέφουν και τα κάνουν όλα άνω κάτω.
Με Μπρους Γουίλις και Τζον Μάλκοβιτς
χωρίς το Μόργκαν Φρίμαν αυτή τη φορά
αλλά με Αντονι Χόπκινς και Κάθριν Ζέτα Τζόουνς
Από 18 Ιουλίου στους κινηματογράφους
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
Ακουσον, άκουσον ... !
Μια κι όπως φαίνεται
δεν θα καταφέρω για αρκετό καιρό
να συμμετέχω ενεργά
με κάποιο κείμενο
- ως γνωστό υποκείμενο,
θα σας τα λέω τραγουδιστικώς.
Αντι εμού, για αρχή
ακούστε αυτό...
Μ.Χατζιδάκις-Ιακ.Καμπανέλλης ''Ο σιδεράς''
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008
2 0 0 9
σε όλους του αγαπημένους φίλους
εντός ή εκτός blog
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
Υγεία, δημιουργία και εμπνευση !!!
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008
ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ...
Θέατρο ΚΑΠΠΑ
"Η Ανταπόκριση" του Ούγκο Μπέτι
1983/4
Ν.Κούρκουλος, Γ.Μιχαλακόπουλος, Κ.Βασιλάκου, Γ.Μοσχίδης και η Ελένη Κούρκουλα σε πρώτη θεατρική εμφάνιση
{Αποσπάσματα}
Μέρος 1ο
μέρος 4ο
Μέρος 6ο
μέρος 7ο
μέρος 8ο
Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008
Περί έντεχνου… ψεύδους

Τις προάλλες σε κάποιο έντυπο, διάβασα δηλώσεις του – συμπαθέστατου κατά τ’άλλα κυρίου Γιάννη Κότσιρα, περί του έντεχνου ή μη ελληνικού τραγουδιού. Αχ πώς πονάει! Αχ και πώς πονάει.!
Μεταξύ άλλων λοιπόν ο κύριος Κότσιρας, αρνείται ότι το έντεχνο υπάρχει ή υπήρξε ποτέ. Αντιθέτως, υπάρχει καλό ή όχι λαϊκό τραγούδι. Επίσης ότι ο κύριος Ρέμος έχει δανειστεί τραγούδια-επιτυχίες του, όπως το «τσιγάρο» - κι αντίστοιχα, θα μπορούσε (κι ο Κότσιρας) να’χει πει τραγούδια του Ρέμου. Επίσης, την εποχή που τα cd του πουλούσαν 170-200.000 αντίτυπα, ο ίδιος ερμήνευσε Θεοδωράκη και «άξιον εστί» και τέλος ότι οι εμπορικότεροι τραγουδιστές είναι ο Γιώργος Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξίου και ο Γιάννης Πουλόπουλος (κυρίως λόγω <Δρόμου>). Γιαννάκη Λεβεντόπαιδο, Γιαννάκη ομορφόπαιδο, παμπόνηρε και παραμυθατζή – που θα’λεγε κι ο μετρ.
Αυτά αποθησαύρισα από την συνέντευξη– αν τα θυμάμαι και καλά βέβαια. Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχουν τόσο οι δηλώσεις, όσο το έντεχνο… ψεύδος, περί εντέχνου γενικότερα.
Παίρνοντάς τα ένα ένα να πούμε ότι, είναι πια κοινό μυστικό πως οι «όροι» στην τέχνη θεωρούνται και νοηματοδοτούνται από τους δημιουργούς-νονούς που τους πρωτοπαρουσιάζουν και τους λανσάρουν» κι ας μη κάνουμε το λάθος να τους συγχέουμε απόλυτα με την αυστηρή τους ακαδημαϊκή «σημασία» ετυμολογία. Αυτό κατ’αρχάς, εις απάντηση αυτών που αφελώς αναφωνούν: «έντεχνο; Μα τι θα πει έντεχνο; Και οι άλλοι δηλαδή τι έγραψαν, άτεχνο;».
Ο πρώτος που χρησιμοποίησε, αν θυμάμαι καλά, τον όρο, ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις όταν παρουσίασε στο Αθηναϊκό κοινό τη μουσική και τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, στη δεκαετία του 50. Και χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να διαχωρίσει βεβαίως τη μουσική του από τον Τσιτσάνη και το Ρεμπέτικο, μα όχι μειωτικά, όπως πολλοί θέλουν να του καταλογίσουν. Απεναντίας, το εκτιμούσε, το ζήλεψε και δανείστηκε στοιχεία του πολλάκις. Ωστόσο, έθεσε τον όρο έντεχνο, για να περιορίσει τη δική του μουσική, η οποία απέχει από την μουσική μας παράδοση, κάτι που δεν συνέβαινε με τον Τσιτσάνη και το λαϊκό του τραγούδι ως φυσική συνέπειά της. Για την ιστορία, το πρώτο έντεχνο τραγούδι που μπορώ να θυμηθώ, είναι το «χάρτινο το φεγγαράκι» από τα μέσα της δεκαετίας του 40 και την παράσταση του Κ.Κουν «Λεωφορείον ο πόθος».



Εκτοτε, έχουν γραφτεί λαϊκά τραγούδια κολοσσοί όπως και σκουπίδια (Ινδικά ή εγχωρία) και αντιστοίχως, τεράστια έντεχνα όπως και κουρελαρίες! Ποιος χαρακτήρισε ποιοτικό (μόνο) το έντεχνο και το λαϊκό σώνει και καλά δευτεράντζα;
Αυτά τα λίγα ακροθιγώς, περί των δύο μεγάλων τάσεων που ταλανίζουν το Ελληνικό μας τραγούδι. Λαϊκό εναντίον έντεχνου λοιπόν και τούμπαλιν. Υπαρκτά και τα δύο. Ακμαία και τα δύο κι απόλυτα λειτουργικά στις εποχές και στο βίωμά μας. Τα νοιώθουμε, τα ακούμε, τα βρίσκουμε και τα δύο μέσα μας να αλληλοσυμπληρώνονται - και τον Βασίλη και τον Μάρκο και τον Μάνο κ.λπ. Πώς θα ακυρωθεί η ιστορία με δηλώσεις και αλχημείες που στόχο έχουν το ίματζ (την εικόνα μας) και την (έστω ερήμην μας) κονόμα μας;
Κι ερχόμαστε να απαντήσουμε (;) στον καλό μας φίλο τον Γιαννάκη τον Κότσιρα και να του πούμε: Βρε Κότσιρα, ο Ρέμος και η τρελοπαρέα του, όταν έχουν να γεμίσουν μαγαζιά 1000-2000 νοματαίων κάθε βράδυ, όχι το έντεχνο, αλλά και το «Υπερμάχω» θα άδουν, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στην πλειοψηφία. Βεβαίως θα κινηθούν με θαυμαστή ευλυγισία από Φοίβο-Καρβελα ως Μπετόβεν κι από Βαμβακάρη ως Κότσιρα. Το ζητούμενο είναι, εσύ κύριε (Κότσιρα) γιατί δεν είπες Ρέμο; Και γιατί έπειτα από τις μεγάλες επιτυχίες σου, ερμήνευσες Θεοδωράκη (Άξιον εστί) και όχι Θεοφάνους ή Φοίβο, αφού το έντεχνο δεν υπάρχει; Γιατί είπες την «Αλεξάνδρεια» και όχι το «πες μας τι πίνεις»; Γιατί τρέχεις στα Ηρώδεια και στ’άλλα παλιονταμάρια και όχι σε μαγαζάρες όμως το Αθηνών (ή Αθηναίων) Αρένα; Και γιατί έκανες ξανά επιτυχία με το «πρώτη φορά» της αξέχαστης Ρ.Κουμιώτη ή με την επανέκδοση του «δρόμου»; Απροπό – ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι εμπορικός λόγω «Δρόμου»; Κι ο Γλέζος με τον «Λόρκα»; Ο Π.Νερούντα με τον «Εμιλιάνο Ζαπάτα»; Ο Μαμαγκάκης με το «11 λαϊκά του Γ.Ρίτσου» και την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη; Ο Γ.Σπανός με τις Ανθολογίες; Ο υπόλοιπος Πλέσσας; Το ότι ο Μίμης Πλέσσας έγραψε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» δεν σημαίνει πως έγινε και λαϊκός συνθέτης, για να’χεις εσύ έρισμα να επανεκδώσεις τον «Δρόμο»! Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Χατζιδάκι και το «είμαι αετός χωρίς φτερά», για τον Μ.Λοϊζο και το «δεν θα ξαναγαπήσω» με τον Καζαντίζη κ.λπ. κ.λπ.
Εντέλει, γιατί δεν επανεκτέλεσες Απόστολο Καλδάρα, Γιώργο Μητσάκη ή Ζαμπέτα; Δεν είναι σπουδαίοι αυτοί; Είναι και παραείναι, Εσύ δεν είσαι λαϊκός Γιαννάκη μου. Και δεν είσαι λαϊκός, γιατί είσαι έντεχνος Γιαννάκη μου, όπως και να χτυπά αυτό στο μυαλό σου. Όσο και να θέλεις να αποποιηθείς του όρου, προκειμένου να διευρυνθούν τα όρια του κοινού σου και της εικόνα σου. Δυστυχώς όμως, αυτά δεν αλλάζουν με δηλώσεις του νόμου 105, ούτε με δηλώσεις μετανοίας.
Η γυναίκα του Καίσαρα, δεν αρκεί να είναι (ή να λέει ότι είναι) λαϊκιά, πρέπει να της φαίνεται κι όλας. Οπότε… «λέγε ό,τι θες, λέγε…» …
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008
...απόσπασμα...
Επιπλέω σε μια λίμνη από θλιβερές φιλοδοξίες. Το μυαλό μου μύλος από αγκίστρια, ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, σκέφτηκε. Η Λουΐζα φόρεσε και πάλι τα μαύρα γυαλιά. Έσφιξε το τιμόνι. Η διαδρομή με τ’αμάξι σαν καρτ-ποστάλ. Τριγύρω εκτάσεις από καλοταϊσμένα δένδρα, στρογγυλοκαθισμένα μες στον εγωισμό τους, πάνω στον λαιμό του χρόνου, βαριά. Ανάμεσά τους ξεχυνόταν ο δρόμος, φίδι υστερικό. Πράσινη άσφαλτος και σκιές. Που και που λίμνες ήλιου, θάμπωναν το βλέμμα της, το έτσι κι αλλιώς αλλού. Πού αλλού; Ο Στέφανος.
Όχι μακρυά απ’την πρωτεύουσα. Όχι, δεν θα παραιτηθώ, είπε. Μια παρένθεση είναι, είπε. Δύο άγκιστρα και μέσα αέρας. Αέρας φρέσκος, στρογγυλός αέρας, τροφαντός με τρυπίτσες, με στίγματα, όπως έρθει κι όπως κάτσει. Το σπίτι στοίχισε αρκετά. Το ήθελε δίπλα στη θάλασσα. Όπου να’ναι, αλλά θάλασσα, είχε πει. Να – αυτό θα βάλει στην παρένθεσή της, θάλασσα κι αλμυρό νερό. Το μεθυσμένο φίδι του δρόμου μακρύ. Σερνόταν δεξιά και πάλι αριστερά, συνέχεια και συνέχεια. Η Λουΐζα, άφηνε πίσω της ιστορία. Ο Στέφανος.
Νεράιδα λεγόταν το μέρος. Το είχε δει, της έκανε. Στην παγκόσμια τράπεζα βιωμάτων, είχε κι αυτή μια μικρή θυρίδα ζωής. Την κλείδωσε πίσω της κι έφυγε. Το σπίτι τής άρεσε με το πρώτο. Λιτό, εξοχικό. Αγκαλιασμένο από αρκετά μεγάλο κτήμα, χώμα και λίγα δένδρα. Πατούσε στη θάλασσα από το πίσω μέρος, μ’ ένα μικρό διάστημα ενός κήπου. Ο μεσίτης, η αγγελία, οι φωτογραφίες. Μια που το είδε και τ’αγόρασε αμέσως. Και τώρα είναι δικό της. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι. Δικό της! Κάποιος, κάπου, κάποτε, έστησε σ’ ένα κομμάτι γης τέσσερις πασσάλους, τους έφερε βόλτα με σύρμα χοντρό και είπε: αυτό είναι δικό μου! Αυτή η γης τώρα μου ανήκει. Ο δεύτερος, δεν έφερε αντίρρηση και συρματόπλεξε ακριβώς δίπλα. Έπειτα ο τρίτος. Η Λουίζα τώρα έχει κι αυτή κάτι δικό της. Αλήθεια, ποιο νούμερο της αντιστοιχεί;
Όταν ο Στέφανος έκλεισε πίσω του την πόρτα στην Αθήνα, εκείνη λύγισε τα πόδια κι έκλαψε πικρά. Όχι, δεν έφευγε εκείνος. Εκείνος θα ξαναρχόταν. Εκείνη θα’φευγε. Το κεντρί του φιλιού του, είχε γίνει αβάσταχτο. Το μέλι κέρωσε. Ο εγωπαθής χτύπος της πόρτας, ήταν ο τελευταίος. Η Λουΐζα το’ξερε, το’νοιωσε αμέσως. Τα συμβόλαια του σπιτιού ήταν έτοιμα από καιρό. Δεν του’χε πει τίποτα. Δεν έμενε παρά να πάρει τα κλειδιά μαζί της και λίγα ρούχα. Ούτε ρούχα. Μόνο τα κλειδιά πήρε και βάρεσε πίσω της την πόρτα με την ίδια δύναμη, με τον ίδιο εκείνον εγωπαθή χτύπο. Άγκιστρο πρώτο. Παρένθεση.
Η κουτσή ξύλινη επιγραφή και αφυδατωμένη με το επικό: ΠΡΟΣ ΝΕΡΑΙΔΑ, φάνηκε στο τέλος μιας ευθείας. Η Λουΐζα δεν τις μπορούσε τις ευθείες, τρελαινόταν. Λίγες στροφές ακόμα κι έφτασε. Αλήθεια, πώς φτάνει κανείς; Το καταλαβαίνει; Πονάει;
...
{Απόσπασμα από κάτι που ετοιμάζω εδώ και καιρό. Πόσο θά'θελα να ακούσω γνώμες για την γλώσσα και το ύφος του κειμένου... Θα με βγάλετε από ένα αδιέξοδο! Μόνο - προς όσους με τιμήσουν με τα σχόλιά τους - θέλω ν'ακούσω αλήθειες!}
Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008
Νά'χαμε τι νά'χαμε...
Κατά τ’άλλα κάναμε ένα χειρουργείο, ευτυχώς πήγε καλά
Ανοίξαμε ένα μαγαζί, ευτυχώς πήγε κι αυτό καλά
Και ξανάνοιξα το blog μου.
Όσο γι’αυτό… ο Θεός βοηθός!!!
Γεια χαρά αδέρφια διαδικτυωτές μου. Σας ξαναβρήκα…
Τετάρτη 21 Μαΐου 2008
Μέσα είμαι ...
Μπήκα για λίγο πάλι στο blog μου, με μια απ’ αυτές τις δύσμοιρες χρονοκάρτες και μ΄έπιασε θλίψη. Εγκατάλειψη και σκότος. Τι κλεισούρα, τι σκόνη, τι παραφωνία…
Μια που μπήκα, κι ήρθα αμέσως καταπρόσωπο αντιμέτωπος με τη νοσταλγία. Η οσμή του στάσιμου, μου ερέθισε τη μύτη. Η όψη του τραυματισμένου σχηματίστηκε αμέσως, στους ιστούς μιας αυτοκράτειρας αράχνης που δεσπόζει τώρα στο blog μου.
Ένοιωσα αμέσως την ανάγκη ν’ανοίξω τα παράθυρα, να μπει λίγος ήλιος, καθαρό αεράκι, η αύρα του καλοκαιριού και του κύματος, που γλύφει το βότσαλο και ψήνει την άμμο στην ρυθμική ξεψυχισιά της θάλασσας. Καλοκαίριασε! Άναψα τα λιγοστά μου φώτα στο φτωχό μου blog, να φανεί δυνατό, να δηλώσει παρών – κι ακροβατώ στην κόψη, ανάμεσα στη χλωμάδα του φωτός με τη βαθειά κι οριστική σκιά.
Λίγα λουλούδια στο βάζο κάποιας γωνιάς, μαραμένα κι αυτά. Τ’άλλαξα. Τα πότισα. Μύρισαν κι όλας. Καλοκαίρι! Έκπτωτοι άγγελοι, εξόριστοι, φτεροκοπούν ήδη, απ’ τ’ανοιχτό παράθυρο, γύρω από τη λάμπα στην μέση του ταβανιού. Πόρτες παράθυρα ορθάνοιχτα κι εγώ οκλαδόν στο υγρό τσιμέντο του άδειου blog, κοιτώ τους τοίχους. Άσπροι με ραφάκια. Άδεια ράφια, ξύλο, μ’αυτό το τσιγκελάκι από κάτω, να τα στηρίζουν στο σοβά. Αλλιώς το περίμενα – αλλά αφού ξέρω να περιμένω…
Η θλίψη δεν ήρθε απρόσκλητη. Πριν τέσσερις μέρες, είχα γιορτή. Το όνομά μου – στις 17 του Μάη. Και πριν εννιά μέρες, είχα κι άλλη γιορτή. Τα γενέθλια. Στις 12 του Μάη. Αλλιώς τα φανταζόμουν. Γιορτινά, φαντεζί. Με τον χώρο μου γεμάτο κόσμο, φίλους και ευχές. Με δώρα και χρωματιστές τις νότες. Ας είναι. Γιορτή, θα κάνουμε και του χρόνου. Και θα σας καλέσω όλους. Και θα σας μαζέψω όλους, σ’αυτόν τον μικρό μου χώρο, να του δώσουμε να καταλάβει, καταπώς του αρμόζει.
Όσο για τώρα, ας είναι κλειστό το μικρό μου blog. Μη σας ξεγελάει. Μέσα είμαι. Αν κοιτάξετε από την φθαρμένη χαραμάδα της τσακισμένης γρίλιας, θα με δείτε. Κάτω από την αμυδρή φλόγα του κεριού και τον ασθενικό ήχο του ραδιοφώνου. Καπνίζω. Καίω το τσιγάρο μου και φυλλομετρώ τις αναμνήσεις και το παρελθόν μιας ζωής. Μιας ζωής όλο στροφές, και που και που λίγες ευθείες, να λαμπυρίζουν στις λίμνες του ήλιου, στα ψηφιδωτά της ασφάλτου.
Κι αν θελήσετε να μπείτε, μη διστάσετε. Μόνο χτυπήστε. Χτυπήστε την πόρτα. 38 φορές. Μέσα είμαι…
Τετάρτη 30 Απριλίου 2008
Πόσο μακρυά θα πάει αυτή η βαλίτσα, καλέ;
Δυστυχώς,
επειδή έβαλα την υπογραφή μου (και μου το’λεγε ο παππούς μου) σε μία ελεεινή ιδιωτική εταιρεία DSL – έφαγα τέτοιο μπλέξιμο, τόση ανακατωσούρα, μία αιθαλομίχλη, που βρίσκομαι εδώ και ενάμισι μήνα εκτός δικτύου. Και αναφέρομαι σε εταιρεία πρώτου (που λέει ο λόγος) μεγέθους. Από αυτές που μας έχουν πρήξει με τα αλλεπάλληλα τηλεοπτικά σποτάκια..
- Καλά να πάθω! Δεν καθόμουν καλύτερα στ’αυγά μου, δηλαδή στον ΟΤΕ μου!
- «Από 8 ως 24 ώρες, θα πάρει κύριε η σύνδεσή σας».
Η σύνδεσή μας με ψυχιατρείο μπορεί (χάλια τα νεύρα μου, άπαπαπαπά, χάλια μαύρα) , διότι η σύνδεσή μου με δίκτυο – γιοκ. Σκοτάδι μαύρο. Παγερή Αλάσκα. Βόρειος πόλος κι ακόμα παραπέρα. Όχι 24 ώρες, ούτε σε 24 τέρμινα δεν την είδα. Ούτε για λίγο. Ούτε να σκάσει μυτούλα, τόση δα ρε παιδί μου, να δούμε με τι μοιάζει!. Μα τι σύνδεση είναι αυτή, άμα δεν συνδέεσαι και λίγο. Ταμένη την έχουν; - μη την είδατε μην την συναπαντήσετε και τη βασκάνετε; Μη και τη φάει το μαύρο μάτι, το κακό το πονηρό, και την κλείσατε στο ανήλιαγο υπόγειο, και δεν την ξαναείδε ανθρώπου βλέμμα; Αν ήταν έτσι, πείτε το μας να το ξέρουμε – να της κρεμούσαμε μια χαντρούλα, το σκόρδο μας, το κατιτί μας βρε αδερφέ. Διότι, πιο πολλές εμφανίσεις έκανε η Αγνή Μπάλτσα στο Μέγαρο, από το δίκτυο στον υπολογιστή μου.
Ελα καλή μου συνδεσούλα να σε δούμε για λίγο. Λιγουλάκι μονάχα, τόσο δα, κι ας λιποθυμήσουμε έπειτα πλήρεις ευχαριστήσεως - κι ας μας βγει το κακό μάτι, έπειτα από την τόση γλωσσοφαγιά. Βγες καλή μου για λίγο, να δούμε κι εμείς δικτύου πρόσωπο. Βγες ΜΩΡΗ – την σύνδεσή μου μέσα…!
Αυτά τραβάω ο Μπλογκατζής – κι ως φαίνεται, το ζήτημα θα τραβήξει πολύ ακόμη (ξανά)δυστυχώς!
Με τις διάφορες χρονοκάρτες του ίντερνετ βέβαια (άλλη αμαρτία αυτή) που κυκλοφορούν στο εμπόριο, μπορώ να έχω έστω μία στοιχειώδη επαφή – επαφή όμως, έτσι λίγο μαλακούτσικη, διακριτική – με το δίκτυο.
Διότι, οι ταχύτητες με τις οποίες τρέχουν αυτές οι κάρτες είναι «αστρονομικές» - διότι μια σκοτοδίνη σε πιάνει απ’ την ταχύτητα, μια ζαλούρα σού’ρχεται, μια δραμαμίνη τη θες για τη ναυτία.
Εν τέλει, αν ελεήσει ο καλός Θεούλης των DSL, καλώς εχόντων των πραγμάτων, άλλον ένα μήνα εκτός γηπέδων θα τον φάμε σίγουρα.
- Ουρανία, το δίκαννο…!
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Κάτι από τα παλιά...
Μίμης Πλέσσας / Γιάννης Πουλόπουλος
Καμιά φορά
ένα πιάνο, μία φωνή
ένας ζεστός χώρος
γίνεται κιβωτός
αισθήσεων, αναμνήσεων, ονείρων...
Κάτι που σίγουρα μας λείπει
Κάτι από τα παλιά
Αρωμα μπουάτ
Αρωμα έντεχνου
Αρωμα ΕΡΤ
Για να ξαναθυμηθούν οι παλιοί
και να πάρουν οι νεώτεροι μια γεύση





